Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Η μάχη στο Μανιάκι - Μάιος 1825




Ο Ιμπραήμ


Γύρισαν στα ταμπούρια τους και σε λίγο εξαπολύθηκε το γενικό γιουρούσι του εχθρού. Δυο φορές έφτασαν ίσαμε τις θέσεις που κράταγαν οι Έλληνες, μ' αναγκάστηκαν να πισωδρομήσουν. Κι ενώ ετοιμάζονταν να ξεχυθούν σε τρίτο γιουρούσι, ακούστηκε βορινά μια μπαταρία. Ήταν ο Πλαπούτας που έφτανε με χίλια πεντακόσια παλικάρια. Ό Ιμπραήμ τότε, γυρεύοντας να προλάβει τη βοήθεια που ερχόταν, ρίχνει όλες του τις δυνάμεις πάνω στους δικούς μας. Οι εχθροί πάτησαν πρώτο το ταμπούρι του Παπαφλέσσα. Ό ανεψιός του Δημήτρης παρατάει το πόστο του και τρέχει να βοηθήσει το θείο του. τον βλέπει ο Παπαφλέσσας και τον προστάζει να γυρίσει πίσω και να υπερασπιστεί τη δική του θέση. Μα όταν έφτασε σ' αυτή βρήκε να την έχουν πατήσει οι εχθροί. «Εκεί κτυπών και κτυπούμενος υπό πολλών Τούρκων εχάθη και αυτός και οι στρατιώται του».




Στο ταμπούρι του Παπαφλέσσα ανακατώθηκαν Τούρκοι κι Έλληνες και γίνηκαν όλοι ένα. Όπως οι εχθροί φόραγαν κόκκινες στολές, «ο τόπος όλος έκοκκίνισεν από αυτές κι από τα αίματα». Ό σημαιοφόρος του Παπαφλέσσα, ο Δημήτρης από τη Χίο, για να μην πέσει ή σημαία στα χέρια του εχθρού την σκίζει, τη χώνει στο στήθος του, σπάζει και το σταυρό του κονταριού και τον βάζει στο σελάχι του, και με το σπαθί στο χέρι σαν αστραπή χιμά πάνω στο τούρκικο ασκέρι και φεύγει. «Ή παλικαριά του είναι αμίμητος», γράφει ο Φωτάκος.
Τελευταίο έπεσε το ταμπούρι του Πιέρου Βοϊδη, που κράταγαν οι Μανιάτες, καθώς ήταν το πιο δυνατό απ' όλα. Όσoι από τους δικούς μας απόμεναν ακόμα ζωντανοί ρίχνονται μέσα στο ρέμα και κάνουνε να φύγουν κατά την Ανδρούσα. Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν πια «από τα λιανίσματα των σπαθιών και των γιαταγανιών».

Ταμπούρια Παπαφλέσσα. Τόπος ιερός, τόπος θυσίας ηρώων. Σ΄ αυτό το δέντρο ο Ιμπραήμ πασάς «έστησε» νεκρό τον Παπαφλέσσα και εξέφρασε το θαυμασμό του. Το σκίτσο είναι του Σταύρου Καλυβιώτη και έγινε για τις ανάγκες του βιβλίου «Βουφράδα» του Τάσου Αποστολόπουλου.


Στην έξοδο της ρεματιάς ένα τάγμα του εχθρού καρτέραγε τους εκατόν πενήντα δικούς μας που ήταν ακόμα ζωντανοί. Δεν τους απόμενε παρά ν' ανοίξουν δρόμο με το σπαθί στο χέρι. το κατόρθωσαν μα οι πιότεροι απόμειναν για πάντα εκεί.
Σιγά σιγά σκόρπαγε ο καπνός της μάχης. Οι νικητές τότε βάλθηκαν να σκυλεύουν τους σκοτωμένους. Ύστερα άρχισαν να κόβουν τ' αυτιά τους, να τα πάνε στον Ιμπραήμ να πάρουνε μπαξίσι. Τότε τσακώθηκαν «μεταξύ των ποίος από αυτούς να έχει περισσότερα».
Κατέβηκε τέλος κι ο Ιμπραήμ στο ταμπούρι τούτον Παπαφλέσσα. Αφού έκανε ντουάδες στον Αλλάχ για τη νίκη, πρόσταξε το στρατό του να ρίξει τρεις νικητήριες μπαταριές. Μετά παράγγειλε να τούτον φέρουν το κουφάρι τούτον Παπαφλέσσα. Βρήκαν το ακέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρός ο νεαρός Γάλλος κι ολόγυρα πλήθος τα κουφάρια των εχθρών. Λίγο πιο πέρα πέτυχαν και το κεφάλι τούτον ήρωα. Το έφεραν στον Ιμπραήμ τους είπε να χώσουν στη γη ένα ψηλό παλούκι και να στήσουν όρθιο τον σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σ' αυτό. Ύστερα στερέωσαν στο κορμί και το κεφάλι, αφού πριν πλύνανε τα αίματα από τα γένια του. Τότε «ο νεκρός εφαίνετο ως να ήτο ζωντανός»


Ο Ιμπραήμ, αφού «ακίνητος κι άφωνος τον παρετήρησεν ολίγον», γυρνά και λέει στους αξιωματικούς του:
- Πραγματικά, στάθηκε ένας Ικανός και γενναίος άνθρωπος. Και καλύτερο θα ήταν, κι ας παθαίναμε άλλη τόση ζημιά, να τον πιάναμε ζωντανό, γιατί πολύ θα μας χρησίμευε.
«Ή Λεωνίδειος μάχη» είχε τελειώσει. Το Μανιάκι πήρε τη θέση του, στις σελίδες της Ιστορίας μας, δίπλα στις Θερμοπύλες και στην Αλαμάνα.
Τώρα, ανατολικά από το χωριό Μανιάκι, στο ξωκλήσι «Αγία Ανάσταση», βρίσκονται τα κόκαλα εκείνων που πέσανε σε τούτη τη μάχη, θυμίζοντας, σ' εμάς τους μεταγενέστερους, πως ή λευτεριά μας, καθώς λέει στον εθνικό μας ύμνο ο Σολωμός, είναι απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα Ιερά.

Μοιρολόι για το Μανιάκι


Κεί στο Μανιάκι κείτονται όλοι οι Καπεταναίοι,

Ο Παπαφλέσσας, ο Κορμάς και ο Μαυρομιχάλης,

Μπιτσάνης από την Πολιανή,μαζί με τον Κεφάλα.

Στρώμα έχουνε την μαύρη γή,προσκέφαλο μια πέτρα.

Και από πάνω σκέπασμα, του φεγγαριού την λάμψη.

Η ομιλία του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα το 1838

Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα" διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα ...;

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε" και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2010

Η νέα Ρωσία δεν χρειάζεται Στάλιν



Фото: РИА Новости
Ο ιστορικός ρόλος του Ιωσήφ Στάλιν θα συζητείται όχι μόνο αυτό τον αιώνα, αλλά και τους μελλοντικούς. Όσο κι αν αυτό είναι παράδοξο, για ορισμένο μέρος του πληθυσμού της Ρωσίας αυτός ο άνθρωπος εξακολουθεί να είναι μεγάλος ηγέτης και μεγαλοφυής στρατηλάτης. Ενώ για άλλους είναι κακή μεγαλοφυία και παρόμοιοι του υπήρξαν πολλοί στην παγκόσμια ιστορία.

Δεν είναι τυχαίο το ότι στη διάρκεια του απευθείας διαλόγου του πρωθυπουργού της Ρωσίας Β. Πούτιν με τους πολίτες της χώρας, που απαντούσε στις οξύτερες ερωτήσεις που τους ανησυχούν, του ζήτησαν να αξιολογήσει τη δραστηριότητα του Στάλιν.

«Διεξάγονται πάρα πολλές συζητήσεις στην κοινωνία. Σ΄αυτό το ζήτημα βλέπω «ενέδρες» - αν πεις ότι ήταν θετική, θα δυσαρεστηθούν κάποιοι, αν πεις «αρνητική» - θα δυσαρεστηθούν άλλοι. Όμως λόγω του ότι το θέμα του Στάλιν και του σταλινισμού ως σήμερα συζητείται έντονα, άφησα ξεπήτηδες αυτή την ερώτηση».

Κατα την άποψή μου, δεν επιτρέπεται να εκφράζουμε γενικές εκτιμήσεις. Προφανώς, από το 1924 ως το 1953 η χώρα - και της χώρας τότε ηγείτο ο Στάλιν, άλλαξε ριζικά. Από γεωργική μετατράπηκε σε βιομηχανική. Βέβαια, τάξη των γεωργών δεν έμεινε και θυμούμαστε πολύ καλά τα προβλήματα στον τομέα της γεωργίας, ιδιαίτερα στην τελική περίοδο.

Χάρη στη βιομηχανοποίηση η ΣΕ σήκωσε το βασικό βάρος του αγώνα κατα του φασισμού και εξασφάλισε τη νίκη των συμμάχων στο Β΄παγκόσμιο πόλεμο. Όμως, παρά το αδιαμφισβήτητο αυτών των γεγονότων, όλα επιτεύχθηκαν με απαράδεκτο τίμημα - με το τίμημα εκατομμυρίων ζωών αθώων ανθρώπων, που είχαν υποβληθεί σε απάνθρωπες διώξεις, θεωρεί ο εμπειρογνώμονας της Ανώτατης Σχολής Οικονομίας Λιουμπίμοφ:

«Νομίζω ότι οποιεσδήποτε θετικές εκτιμήσεις της δραστηριότητας του Στάλιν είναι βέβηλες και απόλυτα απαράδεκτες για τη μνήμη δεκάδων εκατομμυρίων θυμάτων της διακυβέρνησης του. Το επαναλαμβάνω - δεκάδων εκατομμυρίων θυμάτων. Αρχίζοντας από το ΓΚΟΥΛΑΓΚ και τελειώνοντας με το Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, στον οποίο δεν μετρούσαν τα θύματα. Προσωπικά δεν βλέπω καμιά ιδιαίτερη επιτυχία στη δραστηριότητα του συντρόφου Στάλιν. Η νίκη στον Πατριωτικό Πόλεμο δεν είναι δική του υπηρεσία. Είναι υπηρεσία δεκάδων εκατομμυρίων συμπολιτών μας, που είχαν θυσιάσει τη ζωή τους γι΄αυτή τη νίκη.

Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την εποχή του στυαλινισμού, τόσο πιό πολύ ξεκαθαρίζει το απαράδεκτο αυτού του απάνθρωπου τιμήματος για την ανάπτυξη της χώρας. Και όπως έδειξε η τελευταία δημοσκόπηση του Στατιστικού Κέντρου ΒΤΣΙΟΜ γι΄αυτό το θέμα, το 58% των ερωτηθέντων Ρώσων θεωρούν πως δεν υπάρχει καμιά ανάγκη να βρίσκεται επικεφαλής της Ρωσίας πολιτικός τύπου Στάλιν.

greek.ruvr.ru

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2010

Η συγκλονιστική ιστορία μιας συγκλονιστικήςφωτογραφίας...

Μια ανατριχιαστική ιστορία που διάβασα και σας μεταφέρω.
Μοιάζει με παραμύθι αλλά δεν είναι.

Image

Τον Μάρτιο του 1993 ο Σουδανικής καταγωγής φωτορεπόρτερ, Kevin Carter ταξίδεψε μαζί με τον βοηθό του Γιαο Σίλβα στο νότιο Σουδάν κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου για να φωτογραφίσει τις κινήσεις του τοπικού επαναστατικού κινήματος.

Συγκλονισμένος από τις εικόνες φτώχειας και παρακμής που αντίκρισε, άρχισε να προετοιμάζει ένα ρεπορτάζ για τα θύματα της πείνας που συνωστίζονταν στους δρόμους μιας κατεστραμμένης χώρας, “ανεξάρτητης” από το 1956, με δύο εμφυλίους πολέμους, λιμό, γενοκτονίες και την κύρηξη ενός πολέμου το 2005 από το γειτονικό Τσαντ.


Κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ, σε ένα μικρό χωριό της Ayod, λίγα μέτρα πριν το τοπικό κέντρο σίτισης της UNICEF, αντίκρισε ένα μικρό κορίτσι, αποστεωμένο από την πείνα να προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του. Ετοιμοθάνατο και γυμνό σερνόταν, όταν ένα αρπακτικό πουλί προσγειώθηκε λίγο πιο πίσω του.

Λίγες μέρες μετά οι New York Times αγόρασαν την φωτογραφία και την έφεραν στην επιφάνεια στο επόμενο τεύχος. Ο δυτικός κόσμος συναντούσε για λίγο τις ενοχές του κι εκατοντάδες άνθρωποι τηλεφώνησαν στα γραφεία της εφημερίδας για να μάθουν την τύχη του κοριτσιού.

Ξέρανε μόνο ότι κατάφερε να φτάσει μέχρι τον σταθμό. Κανείς δε γνώριζε τι απέγινε συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Carter, που απομακρύνθηκε αμέσως μόλις τράβηξε τη φωτογραφία.

Στις 23 Μαΐου 1994, 14 μήνες μετά, ο Kevin Carter ανέβαινε στο πλατό της Βιβλιοθηκης Μεμόριαλ του Πανεπιστημίου της Κολούμπια για να παραλάβει το Βραβείο Πούλιτζερ για θεματική φωτογραφία.

Δεν έμεινε εστιατόριο και νυχτερινό κέντρο της μόδας, στη Νέα Yόρκη, στο οποίο να μην τον πάνε. Όλοι οι εκδότες εφημερίδων και περιοδικών ήθελαν να τον γνωρίσουν και να κλείσουν συνεργασία μαζί του.

Ο Carter δεν είχε όμως να διαχειριστεί μόνο τη φήμη του, αλλά και τα «ενδότερα βάσανα» που του γέννησε η ίδια του η δουλειά. Η ελευθερία της άγνοιας είχε γίνει βάρος γνώσης. Δεν άκουσε, δεν του μετέδωσαν, αλλά γνώριζε, είδε.

Ο ίδιος, παραδέχτηκε ότι όταν προσγειώθηκε το γεράκι λίγα μέτρα δίπλα από το ετοιμοθάνατο κοριτσάκι, περίμενε εκεί, ακίνητος, επί 20 λεπτά, μέχρι να πετύχει «τη καλύτερη πόζα». Είχε πει, μάλιστα, πως ήλπιζε ότι το γεράκι, κάποια στιγμή θα άνοιγε τα φτερά του, και ότι «αυτή θα ήταν η πιο φοβερή φωτογραφία, γιατί θα έμοιαζε σαν να ήταν έτοιμο να σκεπάσει και να εξαφανίσει το παιδί».

Αρκετοί συνάδελφοί του στην Νότιο Αφρική, αλλά και αλλού, επέκριναν τη βράβευση του, χαρακτηρίζοντας την «ψεύτικη» και έθεσαν πολλά και σοβαρά ερωτήματα για την επαγγελματική του ηθική - γενικά, για την επαγγελματική ηθική πολλών ανθρώπων των μίντια, που κυνηγάνε «την καλή πόζα», με κάθε κόστος. «Ο άνθρωπος που, όπως ο ίδιος παραδέχτηκε, καθόταν εκεί επί 20 λεπτά, εστιάζοντας τον φακό του, και περιμένοντας την καλύτερη σκηνή, είναι και εκείνος ένα άλλο αρπαχτικό, ένα γεράκι στο ίδιο ακριβώς τοπίο», έγραφε, τότε, η εφημερίδα St. Petersburg Times, της Φλόριδα.

Ακόμα και επιστήθιοι φίλοι του, αναρωτιούνταν συχνά γιατί ο Κάρτερ δεν είχε βοηθήσει εκείνο το παιδάκι;

Ποτέ δεν μαθεύτηκε τι απέγινε το κοριτσάκι της φωτογραφίας. Ο ίδιος, όποτε ρωτήθηκε, έλεγε «το πήραν». Ποιοι; Που; Κανείς ποτέ δεν έμαθε. Σε φίλους εμπιστεύθηκε ότι μετάνιωσε που δεν βοήθησε το παιδί μετά και δεν αγνόησε τις γενικές δημοσιογραφικές οδηγίες που θέλουν να μην αγγίζουν δημοσιογράφοι θύματα για το φόβο επιδημιών. “Το να κοιτώ το παιδί και να το φωτογραφίζω, με κάνει ακόμη ένα, πιο σύγχρονο, όρνιο...”

Στις 27 Ιουλίου 1994, δύο μήνες μετά, ο Carter έφτασε οδηγώντας με το αγροτικό του αυτοκίνητο μέχρι τον ποταμό Braamfonteinspruit, τον χώρο που έπαιζε μικρός πίσω από το πατρικό του σπίτι στο Parkmore, στο Γιοχάνεσμπουργκ.

Προσάρμοσε ένα λάστιχο στην εξάτμιση του αυτοκινήτου του, και το κατεύθυνε στο εσωτερικό του οχήματος, κλείνοντας τα παράθυρα. Στα 33 του χρόνια αποφάσιζε να φύγει από τη ζωή αφήνοντας πίσω του την 7χρονη κόρη του Megan.

Το σημείωμα που βρέθηκε δίπλα του ήταν πολυσέλιδο και απευθυνόταν στον Γιοάο Σίλβα, τον άλλον αυτόπτη μάρτυρα εκείνης της φωτογράφησης και εκτός των άλλων έλεγε:

"Αγαπητέ Θεέ, υπόσχομαι ότι δεν θα πετάξω πια άλλο φαγητό στα σκουπίδια, όσο άνοστο και αν είναι. Προσεύχομαι, ότι θα προστατεύεις την ψυχή αυτού του παιδιού..." "πραγματικά, πραγματικά λυπάμαι," "Ο πόνος της ζωής υπερισχύει της χαράς σε σημείο ότι η χαρά δεν υπάρχει."

Όπως έγραψε ο Σκότ Μακλίοντ, σ’ ένα άρθρο για το περιοδικό Time, «το βάρος της φήμης ήταν μόνο το οριστικό, δραματικό κτύπημα ενός θανάτου που τον είχε «προβλέψει» και προετοιμάσει η ίδια η προσωπικότητα του Κάρτερ, η πίεση να είναι ο πρώτος που θα φτάσει εκεί όπου είναι η δράση, ο φόβος ότι οι φωτογραφίες του ποτέ δεν ήταν όσο καλές θα έπρεπε, η υπαρξιακή διαύγεια που τον κυρίευε όποτε συνειδητοποιούσε ότι εκείνοι που φωτογράφιζε σκοτώνονταν, εκείνος ζούσε, εκείνοι πέθαιναν ανώνυμοι, εκείνος συνέχιζε να ζει αποκτώντας φήμη, εκείνοι έλιωναν από την πείνα, εκείνος από την αχορτασιά φούσκωνε».

«Χωρίς λεφτά για τηλέφωνο, για το νοίκι μου, για να υποστηρίξω το παιδί μου, για να ξεπληρώσω τα χρέη μου, χρήματα, χρήματα, χρήματα, μα πάνω απ’ όλα, οι εφιάλτες από τις ζωντανές θύμησες από δολοφονίες, και πτώματα, και θυμός πολύς, και πόνος ανείπωτος, για παιδιά που πεινάνε, για τρελούς, συχνά και αστυνομικούς, που πατάνε τη σκανδάλη, δεν αντέχω άλλο, φεύγω», ήταν η τελευταία παράγραφος του σημειώματος που άφησε πίσω του.

Αυτό το σημείωμα, ένα ντοκιμαντέρ για τη ζωή του (The Death of Kevin Carter) και ένα τραγούδι από τους Manic Street Preachers (Kevin Carter) είναι ό,τι απέμεινε από τα θραύσματα μιας ζωής που γνώρισε το θάνατο.


A Tribute To Photographer Kevin Carter