Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2010

«Κερκόπορτα; . Αστεία πράγματα» * Η Ελένη Αρβελέρ διαλύει τους μύθους για την Αλωση

Το Φετιγιέ Τζαμί, πρώην ναός της Παναγίας της Παμμακάριστου
Η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ θυμάται παλαιότερα τους ξένους φοιτητές της στη Σορβόννη να της στέλνουν... συλλυπητήριο τηλεγράφημα κάθε 29η Μαΐου, την ίδια ώρα που τα περισσότερα Ελληνόπουλα αν τα ρωτούσες τι έγινε τη μέρα εκείνη δεν ήξεραν ακριβώς. Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση αντιστράφηκε. Στην Ελλάδα έγινε, λίγο έως πολύ, μόδα να θυμόμαστε κάθε χρόνο τέτοια μέρα την Αλωση της Πόλης- μερικοί από κεκτημένη ταχύτητα ή άγνοια μιλούν για «εορτασμό», αντί για επέτειο, και να μην αρκούμαστε στον εορτασμό της έναρξης της Επανάστασης, κάθε 25 του Μαρτίου. 
 
Μεγάλη η σημασία της Πόλης, θα πει κανείς, για τους Ελληνες. Σωστό. Οπότε και η συμβολική σημασία της Αλωσης είναι εξίσου μεγάλη. Εστω και αν η πολιορκία της από τους Οθωμανούς ήταν απλώς μία από τις πολλές, έστω και αν το κλίμα της εποχής ήταν τέτοιο, η κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τέτοια, που έκπληξη θα ήταν το να μην αλωθεί η Πόλη.

«Βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Η Πόλη είναι μια μικρή πόλη πια- έχει δεν έχει 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε περάσει το μισό εκατομμύριο» αφηγείται στα «ΝΕΑ» η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, επιχειρώντας να βάλει για λογαριασμό μας τα πράγματα στη θέση τους, να καταγράψει αλήθειες και μύθους της Αλωσης έτσι όπως μόνο μία βυζαντινολόγος με τη δική της διαδρομή μπορεί να κάνει. «Η Πόλη έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων. Αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν στο λιμάνι της μέσα. Υπήρχε και μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες- όχι μόνο του Μυστρά που παρεμπιπτόντως έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου! Η κατάσταση ήταν μιας ανασφάλειας γενικής».
*
Ο διχασμός
*
Και σαν να μην έφθαναν αυτά, «υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ενωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ενωση συμμαχούσαν και με τους Τούρκουςήταν οι λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ενωσης διακήρυσσαν:
 
"Οταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες διαφεντεύαμε τον κόσμο. Οταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία". Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ενωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω», λέει χωρίς να μασάει τα λόγια της η Ελληνίδα βυζαντινολόγος, η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης στα 700 χρόνια ιστορίας του μεγάλου γαλλικού πανεπιστημίου.

Και συνεχίζει: «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ηταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ηδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά.
 
Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν. Οπως λέει και ο Παλαμάς στον "Δωδεκάλογο του Γύφτου": "Και ήταν οι καιροί που η Πόλη/ πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε/ και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε/ και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη (...) Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει"». 
*
«Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει πολύ νωρίτερα»
Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα. «Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων» λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. 
 
Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες. Κάτι που συνήθως οι Ελληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Αλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς.

Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Οταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος- ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου. Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν. Οταν ανέλαβε Πάπας ο Ενιο Σίβλιο Πικολομίνι, δηλαδή ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Αλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα. "Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία", έλεγαν».
*
Η συμφωνία του σουλτάνου με τον Πατριάρχη


Το Ρούμελι Χισάρ, το κάστρο που έχτισε ο Μωάμεθ το 1452 για να ελέγχει το πέρασμα ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας, λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Διούλκησε και τον στόλο περνώντας τα πλοία του στον Κεράτιο. Από την άλλη πλευρά, μόνο 3-4 πλοία γενοβέζικα πέρασαν και αυτά για να φέρουν τροφή στους πολιορκημένους». Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία της ήττας των Βυζαντινών. «Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους.
 
Απέναντι στους τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000, άλλοι τους ανεβάζουν σε 200.000- αντιπαρατάσσονταν περίπου 4.500 άνθρωποι το πολύ, μαζί με τους ξένους. Και πολλοί ήταν παιδιά και γυναίκες που πολεμούσαν με αγκωνάρια. Μεγάλη ήταν η βοήθεια των Γενοβέζων, αλλά όταν σκοτώθηκε ο Τζουστινιάνι έχασαν το ηθικό τους και υποχώρησαν. Οσοι πολέμησαν, πάντως, πολέμησαν ηρωικά. Οταν ο Μωάμεθ έστειλε αποκρισάριο στον Παλαιολόγο ζητώντας του να παραδώσει την Πόλη, πήρε την απάντηση ότι η Πόλη δεν είναι δικό του πράγμα και πως "με τη δική μας θέληση αποφασίσαμε να πεθάνουμε".
 
Ακόμη και ο περίφημος Νοταράς που είχε τρεις υπηκοότητες και όλη του την περιουσία στο εξωτερικό, και που είπε ότι είναι καλύτερο το τουρκικό καφτάνι από τη λατινική τιάρα, πολέμησε και εν τέλει εκτελέστηκε από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό του ηρωισμού είναι ότι όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι. Και πρέπει να πούμε και για τον Μωάμεθ, που συνηθίζουμε να τον ταυτίζουμε με τη βαρβαρότητα, ότι δεν ήταν βάρβαρος ή δεν ήταν μόνο βάρβαρος. Ηταν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές της Τουρκίας. Ηξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει».
 
Οσο για την Κερκόπορτα... «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. Ηταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; 
 
Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν».

«Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλιέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων.
 
Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε», λέει δηκτικά η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Κάπως έτσι φτάσαμε και στα σημερινά βατοπεδινά βακούφια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε αντίθεση με άλλες συμπεριφορές της πολιτείας, ότι όταν ο Μανουήλ Παλαιολόγος είναι στη Θεσσαλονίκη και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, δημεύει όλα τα κτήματα του Αθω. Και ότι ο Κομνηνός δημεύει όλη την εκκλησιαστική περιουσία για να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους». 
 
Την εποχή της Αλωσης, εξάλλου, υπήρχε έξαρση του μοναχισμού. «Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν», σημειώνει η ελληνίδα βυζαντινολόγος.
---
stavrochoros

Κυριακή 30 Μαΐου 2010

«ΔΕΚΑΝΙΚΙ» ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΣΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΗΤΑΝ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ!..

Η άλλη όψις της Ιστορίας που δεν διδάσκεται, δυστυχώς, στα παιδιά μας

KWNSTANTINOYPOLIS

Λόγω ημέρας πολλοί θα γράψουν – και καλώς – για τα γεγονότα της Αλώσεως (29 Μαΐου 1453 μ.Χ.). Και βέβαια όλοι θα θυμηθούμε, για μια ακόμη φορά, την αποφράδα εκείνη ημέρα, όταν οι ορδές των Μογγόλων Τούρκων εισέβαλαν στην Βασιλεύουσα, με ό,τι φρικτό επακολούθησε εις βάρος του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

Ο γράφων, όμως, θα επιχειρήσει, στην συνέχεια, να εμφανίσει μια άλλη πτυχή της Ιστορίας. Θα αναφερθεί σε έναν άλλο παράγοντα που συνήργησε τα μέγιστα για την φθορά και εν συνεχεία την διάλυσι και κατάκτησι της Αυτοκρατορίας από τον Ασιάτη Μογγόλο.

Και το όνομα αυτού; Αλλά ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά: Το σύνθημα, λοιπόν, της στροφής της Ιστορίας, τότε, το έδωσε η εμφάνισις των Σελτζούκων Τούρκων στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, με την Αρμενία, περί τα τέλη του 12ου αιώνος, σε συνδυασμό με την εμφάνισι των Σταυροφόρων, λίγους μήνες αργότερα. Της λέπρας των Σταυροφόρων που κάθε άλλο παρά αυτά που λέγονται και γράφονται γι’ αυτούς εξυπηρέτησαν. Αλλά για την λέπρα «Σταυροφόροι» και «Σταυροφορίες» θα μιλήσουμε άλλη φορά, με λεπτομέρειες.

Η Μικρά Ασία ήταν, ανέκαθεν, ο κορμός και ο πνεύμονας της Αυτοκρατορίας. Από εκεί αντλούσε στρατεύματα, φόρους, μέταλλα, ξυλεία, τρόφιμα. Η πρώτη εισβολή των Τούρκων έφερε την εγκατάστασί τους στο ανατολικό μέρος της και απέδειξε την αδυναμία των Βυζαντινών να τους εκδιώξουν. Αυτό ήταν το σημάδι της παρακμής, που – εν τινί τρόπω – προέλεγε το τέλος της ένδοξης χιλιετηρίδος. Ο προσυλητισμός τους δε στην Μωαμεθανική θρησκεία έδιδε ακόμη μεγαλύτερη ώθησι στην φυσική ακμή ενός Μογγολικού λαού νομάδων ιππέων. Λογικά τουλάχιστον…

SKITSO MINARESΕπειδή, όμως, η πτώσις της Αυτοκρατορίας δεν εγένετο με τον «επιθυμητό» ρυθμό, ανέλαβαν να βοηθήσουν από της θέσεως ισχύος που, με κόπο και υπομονή, είχαν σιγά – σιγά επανεύρει στο εμπόριο και στον «τραπεζικό» τομέα, που είχαν μονοπωλήσει στην Δύσι οι Εβραίοι!…

Το εμπόριο με την Ανατολή ήταν, την εποχή εκείνη η μόνη πηγή πλούτου της Δύσεως. Και το εμπόριο ευρίσκετο στα χέρια των Βενετών και των Γενουητών. Αλλά τα κεφάλαια ήσαν Εβραϊκά. Ήδη κατά το διάστημα του 8ου και του 9ου αιώνος οι εβραϊκές παροικίες, με το μονοπώλιο (…που τους είχε παραχωρηθεί από την Ρώμη) στην τοκογλυφία είχαν κατορθώσει να συγκεντρώσουν τα πρώτα κεφάλαια, παίζοντας με τις αχόρταγες ανάγκες των τοπικών φεουδαρχών, πριγκίπων και ηγεμόνων οι οποίοι απορροφημένοι στους συνεχείς πολέμους με τους γείτονες ή ακόμη και από τις «ανάγκες» απολαύσεων ήσαν συνεχώς σε αναζήτησι χρημάτων τα οποία, βεβαίως, δεν μπορούσαν να τους δώσουν οι εξαθλιωμένοι χωρικοί τους.

Με αρχή την παροιμιώδη πια αλληλεγγύη μεταξύ τους, οι πρώτοι δανειστές – τραπεζίτες Εβραίοι είχαν κάνει την εμφάνισή τους στην Βόρειο Ιταλία, όπου ήταν και επικεντρωμένο το εμπόριο με την Ανατολή. Τα μονοπώλια, τότε της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ιδίως στο μετάξι και τα «αποικιακά» κλπ., ήταν το αντικείμενο της ζηλοφθονίας του Δυτικού εμπορίου.

Οι Σταυροφορίες (…που άρχισαν το 1100 μ.Χ.) επρόκειτο να δώσουν την κατάλληλη ευκαιρία για να κτυπηθή η Αυτοκρατορία και από Δύσι και από Ανατολή. Αρκούσε να κατηγορηθεί το Βυζάντιο ότι εκμεταλλεύεται την γεωγραφική θέσι του και μονοπωλεί το εμπόριο για να δείξουν πολύ… καταδεκτικότητα και αντίληψι οι στόλοι της Βενετίας και της Γένοβας στις Εβραϊκές υποδείξεις!!! Και το έργο ήταν εύκολο…

Πρώτο μέλημα των Κεφαλαιούχων Σιωνιστών της εποχής ήταν να πείσουν τους Βενετούς και τους Νορμανδούς για το επικερδές της υποθέσεως. Οι πόλεμοι που επηκολούθησαν με τις επιδρομές των Νορμανδών είχαν ως αποτέλεσμα την εξασθένησι του Βυζαντίου την στιγμή που όλες οι δυνάμεις του έπρεπε να είναι διαθέσιμες κατά της ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ ΑΠΕΙΛΗΣ δηλαδή των Τούρκων.

Η συνεχής εξασθένησις του Βυζαντίου διευκόλυνε τα σχέδια των Εβραίων: Με αντάλλαγμα τον δανεισμό κεφαλαίων στο εξηντλημένο Βυζάντιο (κεφαλαίων σιωνιστικών τονίζεται!…) έγινε, στην αρχή, η εγκατάστασις των Βενετών των Γενουητών και ΦΥΣΙΚΑ των Εβραίων στην Κωνσταντινούπολι!… Οπου, σε λίγο, είχαν μονοπωλήσει το εναπομένον εμπόριο, ενισχύοντας τον φαύλο κύκλο της ελλείψεως χρημάτων και του συνεχούς δανεισμού (σ.σ.: Μήπως σας θυμίζει τούτο κάτι από τα επισυμβαίνοντα σήμερα με το Δ.Ν.Τ. και την Ελλάδα, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές Χώρες;) με αντάλλαγμα, στην αρχή προνόμια και τέλος την παραχώρησι εδαφών. Κι έτσι, βαθμιαίως, τα πλούτη και οι θησαυροί της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας περιήλθαν στα χέρια των Εβραίων.

Σημειωτέον: Οι Τούρκοι όταν εισέβαλαν στην Κωνσταντινούπολι την βρήκαν με άδεια ταμεία. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ούτε η Εβραϊκή συνοικία επειράχθη, ούτε καμμία εβραϊκή περιουσία. Διότι ο Σιωνισμός είχε ήδη έλθει σε συμφωνίες με τους Τούρκους.

Επί τούτου ειδικής μνείας χρήζει και το γεγονός ότι οι Εβραίοι της εποχής – είναι πασίγνωστο αυτό – όχι μόνον συνηργάσθησαν με τους Τούρκουςαλλά και συνέπραξαν σε θηριωδίες των Τούρκων. Γνωστό τι συνέβη στον Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ κατά την άλωσι, από Εβραίους παρακαλώ. Αυτοί τον έσερναν ζώντα μέσα στην Κωνσταντινούπολι.

Ιδιαιτέρας μνείας, επίσης, πρέπει να τύχει το γεγονός ότι ολόκληρος ο ανεφοδιασμός του στρατού του Μωάμεθ του Β΄ του Εκπορθητού έγινε ΑΠΟ ΕΒΡΑΙΟΥΣ εμπόρους της Θεσσαλονίκης και της Ανδριανουπόλεως. Όπως και η περίπτωσις του (δήθεν) Ούγγρου μηχανικού που κατεσκεύασε την περιβόητη «μπομπάρδα», το κανόνι – πρωτοφανές τότε – που γκρέμισε το απόρθητο τείχος της Βασιλεύουσας. Αποδεδειγμένως ήτο ΕΒΡΑΙΟΣ. Κι αν πρέπει να καταδείξει κάποιος τον υπαίτιο για τα μαρτύρια που τραβήξαμε εμείς οι Ελληνες στα 400 χρόνια της σκλαβιάς, ασφαλώς και πρέπει να χρεώσει ένα τμήμα τους στο Εβραϊκό στοιχείο. Οποιος έχει ακόμη αντιρρήσεις ας αναλογισθεί την τραγική περίπτωσι του Κοσμά του Αιτωλού!..

Σωτήρης Ζαφειρακόπουλος

ΕΛ.ΩΡΑ

Σάββατο 29 Μαΐου 2010

ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ



Έστειλα δυό πουλιά
στη Κόκκινη μηλιά
που λένε τα γραμμένα
το 'να σκοτώθηκε
τ' άλλο λαβώθηκε
δεν γύρισε κανένα

Το 'να σκοτώθηκε
τ' άλλο λαβώθηκε
δεν γύρισε κανένα
έστειλα δυό πουλιά
στη Κόκκινη μηλιά
που λένε τα γραμμένα

Για το Μαρμαρωμένο Βασιλιά
ούτε φωνή ούτε λαλιά
τον τραγουδάει όμως στα παιδιά
σαν παραμύθι η γιαγιά


Έστειλα δυό πουλιά
στη Κόκκινη μηλιά
που λένε τα γραμμένα
το 'να σκοτώθηκε
τ' άλλο λαβώθηκε
δεν γύρισε κανένα

Έστειλα δυό πουλιά
στη Κόκκινη μηλιά
δυό πετροχελιδόνια
μα εκεί εμείνανε
κι όνειρο γίνανε
και δακρυσμένα χρόνια

Μα εκεί εμείνανε
κι όνειρο γίνανε
και δακρυσμένα χρόνια
έστειλα δυό πουλιά
στη Κόκκινη μηλιά
δυό πετροχελιδόνια

Έστειλα δυό πουλιά
στη Κόκκινη μηλιά
δυό πετροχελιδόνια
μα εκεί εμείνανε
κι όνειρο γίνανε
και δακρυσμένα χρόνια

ΜΟΥΣΙΚΗ: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΑΛΔΑΡΑΣ
ΣΤΙΧΟΙ : ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ
ΤΡΑΓΟΥΔΙ: ΧΑΡΟΥΛΑ ΑΛΕΞΙΟΥ

ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ: ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ

Η ΑΓΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ
(Παράδοσις πανελλήνιος)

Τὴν ἡμέρα ποὺ πάρθηκε ἡ Πόλη, ἔβαλαν σ’ ἕνα καράβι τὴν ἅγια
Τράπεζα τῆς Ἁγια - Σοφιᾶς, νὰ τὴν πάη στὴ Φραγκιά, γιὰ νὰ μὴν
πέση στὰ χέρια τῶν Τούρκων. ᾽Εκεῖ ὅμως στὴ θάλασσα τοῦ Μαρμαρᾶ
ἄνοιξε τὸ καράβι καὶ ἡ ἅγια Τράπεζα ἐβούλιαξε στὸν πάτο. Στὸ μέρος
ἐκεῖνο ἡ θάλασσα εἶναι λάδι, ὅση θαλασσοταραχὴ καὶ κύματα κι
ἂν εἶναι γύρω. Καὶ τὸ γνωρίζουν τὸ μέρος αὐτὸ ἀπὸ τὴ γαλήνη, ποὺ
εἶναι πάντα ἐκεῖ, καὶ ἀπὸ τὴν εὐωδία ποὺ βγαίνει. Πολλοὶ μάλιστα
ἀξιώθηκαν καὶ νὰ τὴν ἰδοῦν στὰ βάθη τῆς θάλασσας.

"Πάλι με χρόνους και καιρούς"
Όταν έπεσε η Κωνσταντινούπολη στους Τούρκους, ένα πουλί ανέλαβε να πάει ένα γραπτό μήνυμα στην Τραπεζούντα στην Χριστιανική Αυτοκρατορία του Ποντου για την Άλωση της Πόλης.
Μόλις έφτασε εκεί πήγε κατευθείαν στη Μητρόπολη που λειτουργούσε ο Πατριάρχης και άφησε το χαρτί με το μήνυμα πάνω στην Άγια Τράπεζα. Κανείς δεν τολμούσε να πάει να διαβάσει το μήνυμα.
Τότε πήγε ένα παλλικάρι, γιός μιας χήρας, και διάβασε το άσχημο μαντάτο "Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία".
Το εκκλησίασμα και ο Πατριάρχης άρχισαν τον θρήνο, αλλά ο νέος τους απάντησε
"Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα' ναι".

Πάρθεν η Ρωμανία
Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν' από την Πόλην
ουδέ στ' αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί' τον κάστρον.
Εσείξεν τ' έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
εσείξεν τ' άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
Ατό κανείς κι ανέγνωσεν,
ουδ' ο μητροπολίτης έναν παιδίν,
καλόν παιδίν,
έρχεται κι αναγνώθει.
Σίτ' αναγνώθ' σίτε κλαίγει,
σίτε κρούει την καρδίαν.
"Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!"
Μοιρολογούν τα εκκλησιάς,
κλαίγνε τα μοναστήρια
κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον
κλαίει, δερνοκοπιέται,
-Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
-Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία 'πάρθεν.
-Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.
(Δημοτικό τραγούδι του Πόντου).

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ"
Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο:
όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες.
Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μιααντίστοιχη λαϊκή δοξασία.
Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι,
Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο.
Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος...


ΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΥ
Κάποιος καλόγερος είχε ψαρέψει σε ένα ποτάμι ψάρια και τα τηγάνιζε κοντά στην όχθη του ποταμού.
Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε από ένα πουλί το μήνυμα της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στους Τούρκους.
Ο καλόγερος σάστισε και αμέσως τα μισοτηγανισμένα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι και ξαναβρέθηκαν στο ποτάμι.
Εκεί ζουν αιώνια μέχρι τη στιγμή της απελευθέρωσης της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, οπότε και θα ξαναβγούν για να συνεχιστεί το τηγάνισμα τους.

0I ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ
Έ ναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών).
Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο.
Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους.
Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους.
Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους.
Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες.
Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.


0Ι ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΝ
όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια.
Στην Αγία Σοφιά είχε καταφύγει πολύ λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο.
Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν μπροστά τους.
Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα.
Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα, Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή ενός στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα.
Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγία Σοφιάς τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι.
Όταν, όμως, οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη - γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε το θαύμα !
Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός.
Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη.
Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν απ' το πρωτόγνωρο γι΄ αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο, αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθεια τους.
Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγία Σοφιάς.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού.
Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας τ' Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα.
Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος.
Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε! -Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας, αποφάσισε ο Σουλτάνος. Έτσι θα δούμε τι είναι πίσω απ' αυτόν τον τοίχο. Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο.
Παρ' όλες τους τις προσπάθειες όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο. -Είστε ανίκανοι, φώναξε καταθυμωμένος ο Σουλτάνος και θα τιμωρηθείτε!
Να φέρουν βυζαντινούς χτίστες!
Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο!
Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν! Γιατί, το θέλημα του Θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα.
Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που προστάτευσε από τους άπιστους!
Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει!


ΤΑ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ

Την ώρα που ακούονται έξω από την Αγία Σοφία φωνές «οι Τούρκοι! - οι Τούρκοι!», ο πρωτόπαπας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως.

Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωί εξομολογούσε.

Όπως βγήκε ψηλός, ηλιοκαμένος, μ' άσπρα γένια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό να τρέμει, κιτρίνισε σαν το φλουρί, σαν να τον κτύπησε βόλι. Κοντοστάθηκε, σφόγγισε τα δάκρυα και προχώρησε στην εκκλησία. Ο ναός, ο άμβωνας, ο σωλέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι, οι κανδήλες ήταν αναμμένα...

Για τελευταία φορά έλαμπε στην Ανατολή το μεγαλείο της Χριστιανοσύνης.

Έλαμπε η θαυμάσια αρχιτεκτονική του Ανθέμιου και Ισιδώρου.

Έλαμπε ο αφάνταστος πλούτος, που εσκόρπισεν ο Ιουστινιανός, για να νικήσει τον Σολομώντα.

Κι από μακριά έφταναν του τρόμου οι φωνές:

«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!»...


Οι πολυέλαιοι από κρύσταλλα ασημοδεμένα, τα πελώρια μανουάλια, σαν γίγαντες φωτοβόλοι, οι ποικιλόχρωμες κολόνες, τα χρυσά μωσαϊκά, όλα έλαμπαν για τελευταία φορά.

Και ψηλά οι ελαφρύτατες γραμμές, γεμάτες ευγένεια, γεμάτες χάρη, αγκάλιαζαν, σαν σχέδιο ενάερης κολόνας, τον πελώριο τρούλο.

Ω! όπως ήταν ο τρούλος θαυμάσιος στους γύρους, νόμιζες πως ζητούσε να πλανέψει σ' έναν άλλο κόσμο τους χριστιανούς την ώρα της θυσίας!

Ο πρωτόπαπας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό.

Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο.

Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερις γωνίες και απ' εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο.

Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μέσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος.

Ο πρωτόπαπας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε.

«Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν», σκέφτηκε...

Σαν αρχαίο ελληνικό αγγείο, όλο από χρυσάφι, λίγο κοντό, με δυο όμορφα χερούλια και με πλευρές καμπύλες, τέτοιο ήταν το Ιερόν Ποτήριον. Το στόμα του τριγύριζε διπλή γραμμή σε ρυθμό μαιάντρου.

Και στην πρόσοψη είχε το Χριστό σε κολυμπήθρα, από παράσταση αρχαία.

Ο ιερός Δίσκος ήταν από χρυσάφια καλοδουλεμένο.

Στο κέντρο ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου.

Και γύρω πολύτιμα πετράδια.

Ο πρωτόπαπας έριξε μια ματιά στη θάλασσα, ανασκουμπώθηκε κι έσπρωξε με τέτοια δύναμη το καραβάκι, που γλίστρησε ως τον γιαλό.

Μπήκε μέσα, άνοιξε πανί και κράτησε το τιμόνι γραμμή για την Βιθυνική παραλία.

Ο αντίλαλος της Πόλης εξακολουθούσε...

«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!... ».


Μια τρικυμία σηκώθηκε τρανή.

Το καραβάκι σαν τσόφλι χοροπηδούσε στα κύματα επάνω.

Στην Πόλη φλόγες και καπνοί παντού.

Στ' αυτιά ο αέρας έφερνε μια άγρια αντήχηση από τρόμο, από δαρμούς, από παρακάλια, από ξεψυχημό, από βογκητά θανάτου...

Ω! Πόλη, με τα βασιλικά σου, με τους ιπποδρόμους σου, με τις ακαδημίες των τεχνών σου!

Χριστιανοσύνη που εδίδαξες στον κόσμο την αλήθεια.

Χιλιόχρονη ιστορία του πολιτισμού που σβήνεις.

Εργάτες του νου που γενήκατε φυγάδες και δούλοι.

Ανθρώπινα έργα, που ζηλέψατε αθανασία και γενήκατε ερείπια.

Μεγαλεία περασμένα.

Αρματα νίκης που περνούσατε την Χρυσόπορτα. Βασιλείς με τις χρυσές κορόνες.

Γεννήσεις και θάνατοι σβησμένοι για την πρόοδο.

Μνημεία, που μέσα στην καταστροφή εμείνατε χωρίς μορφή, χωρίς όνομα.

Άπειρες μέρες εκμηδενισμένες.

Να! παίρνει τη σκόνης σας ένας ανθρώπινος ανεμοστρόβιλος και την σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους!

Η Δύση του ηλίου χρωμάτισε τον ουρανό κόκκινο, σαν αίμα. Σημάδι της φρίκης.

Ο άνεμος εξακολουθούσε να φυσά κι ο ανεμοστρόβιλος σάρωνε την Προποντίδα.

Σκοτείνιασε.

Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη.

Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος.

Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά.


Ολόρθος στο καράβι ο πρωτόπαπας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε - ω φρίκη! - το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλο της Αγίας Σοφίας.

Και είδε να μαυρίζει, να μαυρίζει ο μισός δίσκος.

Αρχαία προφητεία έλεγε: «θα είναι πανσέληνος. Έκλειψη θα γίνει. Και η Πόλη θα πέσει!»...


Ο πρωτόπαπας περιχύθηκε με κρύο ιδρώτα.

Έβλεπε μια τον σταυρό στον τρούλο της Αγίας Σοφίας και μια το μισοφέγγαρο.

Το καραβάκι χοροπηδούσε στα κύματα της θάλασσας.

Χίλια κομμάτια έγινε το μικρό πανί του.

Κι ο αέρας βούιζε σα θρήνος στο κατάρτι του.


Ο πρωτόπαπας έβαλε τις τελευταίες του προσπάθειες.

Στο στήθος του κρατούσε σφιχτά τα Δισκοπότηρα.

Κι ενώ θωρούσε πέρα την Αγία Σοφία, δε βλέπει το σταυρό...

Βλέπει μισοφέγγαρο...


Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια.

Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε. Άγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.

Μην ήταν θαύμα;

Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαπα.

Γαλήνη!

Το τρομερό στοιχείο ησύχασε.

Και σαν να ήταν Φώτα κι άγιασε την θάλασσα σταυρός...




Ο μαρμαρωμένος βασιλιάς.

Ο λαοφιλέστερος θρύλος έχει να κάνει με το τελευταίο αυτοκράτορα που μαρμάρωσε μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας.

Η παράδοση πέρασε από στόμα σε στόμα αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης.

Όταν η Πόλη πέρασε στα χέρια των Τούρκων, ο λαός δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένα τέτοιο κτίσμα έχει περιέλθει σε μουσουλμανικά χέρια.

Διέδωσαν λοιπόν ότι ο βασιλιάς κρύφτηκε πίσω από μία κολόνα του ναού της Αγίας Σοφίας, χάθηκε μέσα στους διαδρόμους και παρέμεινε κρυμμένος εκεί.

Οι ώρες αναμονής τον "μαρμάρωσαν".

Είναι γεγονός ότι κανείς δεν βρήκε το πτώμα του τελευταίου υπερασπιστή, του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου. Χάθηκε και πίστεψαν ότι Άγγελος Κυρίου το έκρυψε και το μαρμάρωσε.

Κάποτε θα έρθει η ώρα που πνοή Θεού θα του δώσει δύναμη και ζωή ξανά και όλα θα ξαναγίνουν από την αρχή.

Η Πόλη θα είναι και πάλι ελεύθερη.

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ(ΧΡΟΝΗΣ ΑΗΔΟΝΙΔΗΣ)


ΚΟΚΚΙΝΗ ΜΗΛΙΑ - ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Από το 1071, αγαπητό μου παιδί, που οι Σελτσούκοι κέρδισαν τη μάχη του Μαντζικέρτ της Μικράς Ασίας και άρχισε η αντίστροφη μέτρηση για την διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας δημιούργησε, με το αλάθητο ένστικτο ενός λαού που έβλεπε την επερχόμενη συμφορά, το μύθο της Κόκκινης Μηλιάς.

Σύμφωνα με το μύθο, οι Τούρκοι αφού θα πολιορκούσαν με κάθε μέσο την Κωνσταντινούπολη, θα νικούσαν την άμυνα των υπερασπιστών της και θα άρχιζαν να την κυριεύουν

Τη στιγμή ακριβώς εκείνη με θεϊκή παρέμβαση οι κατακτητές θα ετρέπονταν σε φυγή και θα καταδιώκονταν μέχρι το Μονοδένδρι, δηλαδή την Κόκκινη Μηλιά.


Αργότερα, όταν έγινε η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, χάθηκε κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες.


Πολλοί έλεγαν πως πέθανε στη μάχη κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού και ο σουλτάνος έβαλε να ψάξουν στους σωρούς των πτωμάτων χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το πτώμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου δε βρέθηκε ποτέ και ετάφη ένα ακέφαλο πτώμα, που θεωρήθηκε πως ήταν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, επειδή στα πόδια του είχε πέδιλα με ζωγραφισμένους χρυσούς αετούς που ήταν συνήθεια αυτοκρατορική.


Όλα αυτά δημιούργησαν το μύθο του μαρμαρωμένου Βασιλιά, σύμφωνα με τον οποίο ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν σκοτώθηκε στην μάχη αλλά μαρμαρώθηκε και βρίσκεται στην Κλειστή Πύλη της Αγίας Σοφίας μέχρι τη μέρα που άγγελος Κυρίου θα τον ζωντανέψει και θα του παραδώσει το σπαθί του ώστε να εκδιώξει τους κατακτητές Τούρκους μέχρι την Κόκκινη Μηλιά.


Ακόμα και σήμερα, αγαπητό μου παιδί, πολλοί λένε πως σαν πλησιάσουν στην Κλειστή Πύλη της Αγιάς Σοφιάς ακούνε ψαλμωδίες και ύμνους για τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Οι μύθοι αυτοί που άντεξαν στο χρόνο και μεταδίδονται, εδώ και αιώνες, από γενεά σε γενεά, χώρεσαν μέσα στους λιτούς στίχους του Εθνικού Ποιητή της Ελλάδας, του Κωστή Παλαμά, στη «Φλογέρα του Βασιλιά»:


«Μαρμαρωμένος Βασιλιάς και θα ξυπνώ

απ' το μνήμα το μυστικό και το άβρετο που θα με κλιή,


θα βγαίνω και τη χτιστή Χρυσόπορτα

ξεχτίζοντας θα τρέχω

και καλιφάδων νικητής


και τσάρων κυνηγάρης


πέρα στην Κόκκινη Μηλιά,

θα παίρνω την ανάσα».

Λ. Κουμάκης



ΠΗΓΕΣ
ΝΙΚ.ΠΟΛΙΤΗΣ
ΕΚΠ.ΜΑΝΕΣΗ
ΖΩΗΦΟΡΟΣ
EΔΩ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ
ΤΟ ΚΛΥΣΜΑ
Λ.ΚΟΥΜΑΚΗΣ:ΤΟ ΘΑΥΜΑ

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΣΟΦΙΑΣ (1453)

Σημαίνει ὁ Θιός, σημαἴνει ἡ γῆς, σημαίνουν τὰ ἐπουράνια,
σημαίνει κι ἡ ῾Αγιὰ Σοφιά, τὸ μέγα μοναστήρι,
μὲ τετρακόσια σήμαντρα κι ἑξήντα δυὸ καμπάνες.
Κάθε καμπάνα καὶ παπάς, κάθε παπὰς καὶ διάκος.

Ψάλλει ζερβὰ ὁ βασιλιάς, δεξιὰ ὁ πατριάρχης,
κι ἀπ’ τὴν πολλὴ τὴν ψαλμουδιὰ ἐσειόντανε οἱ κολόνες.
Νὰ μποῦνε στὸ Χερουβικὸ καὶ νά ᾽βγη ὁ βασιλέας.
Φωνὴ τοὺς ἦρθε ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἀπ ἀρχαγγέλου στόμα:
« Νάψετε τὸ Χερουβικὸ κι ἂς χαμηλώσουν τ’ ἅγια,
παπάδες πάρτε τὰ ἱερά, καὶ σεῖς κεριὰ σβηστῆτε,
γιατὶ εἶναι θέλημα Θεοῦ ἡ Πόλη νὰ τουρκέψη.

Μὸν’ στεῖλτε λόγο στὴ Φραγκιά, νὰ ᾽ρθοῦνε τρία καράβια,
τό ᾽να νὰ πάρη τὸ Σταυρὸ καὶ τ’ ἄλλο τὸ Βαγγέλιο,
τὸ τρίτο τὸ καλύτερο, τὴν Ἅγια Τράπεζά μας,
μὴ μᾶς τὴν πάρουν τὰ σκυλιὰ καὶ μᾶς τὴ μαγαρίσουν! ».

῾Η Δέσποινα ταράχτηκε καὶ δάκρυσαν οἱ εἰκόνες.
«Σώπασε, κυρὰ Δέσποινα, καὶ μὴν πολυδακρύζης,
πάλι μὲ χρόνους, μὲ καιροὺς πάλι δικά σας εἶναι ».

Ν. Γ. ΠΟΛΙΤΟΥ,
« Ἑκλογαὶ ἀπὸ τὰ τραγούδια τοῦ ῞Ελληνικοῦ λαοῦ »

Ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος ὁμιλεῖ πρὸς τοὺς συμπολεμιστάς του

Ἀκούσαντες δὲ ἡμεῖς ἐν τῇ πόλει τοσαύτης κραυγῆς, ὡσεὶ ἦχον
μέγαν θαλάσσης, ἐλογιζόμεθα τί ἆρα ἐστί· μετ’ ὀλίγον δὲ ἐμάθομεν
βεβαίως καὶ ἐν ἀληθείᾳ ὅτι ἐπὶ τὴν αὔριον ὁ ἀμιρᾶς* ἡτοίμασε
χερσαῖόν τε καὶ ὑδραῖον πόλεμον σφοδρῶς, ὅσον αὐτῷ ἦν δυνατόν,
δῶσαι τῇ πόλει. ῾Ημεῖς δὲ θεωροῦντες τοσοῦτον πλῆθος τῶν ἀσεβῶν,
λέγω ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, ὄντως καθ’ ἕκαστον ἡμῶν πεντακόσιοι καὶ
πλεῖον ἦσαν ἐξ αὐτῶν καὶ εἰς τὴν ἄνω πρόνοιαν πάσας ἡμῶν τὰς
ἐλπίδας ἀνεθέμεθα.

Καὶ προστάξας ὁ βασιλεὺς ἵνα μετὰ τῶν ἁγίων καὶ σεπτῶν
εἰκόνων καὶ τῶν θείων ἐκτυπωμάτων ἱερεῖς, ἀρχιερεῖς καὶ μοναχοί,
γυναῖκές τε καὶ παιδία, μετὰ δακρύων διὰ τῶν τοιχῶν τῆς πόλεως
περιερχόμενοι τὸ « Κύριε ἐλέησον » μετὰ δακρύων ἔκραζον καὶ τὸν
Θεὸν ἱκέτευον, ἵνα μὴ διὰ τὰς ἀμαρτίας ἡμῶν παραδώσῃ ἡμᾶς εἰς
χεῖρας ἐχθρῶν ἀνόμων καὶ ἀποστατῶν καὶ πονηροτάτων παρὰ πᾶσαν
τὴν γῆν, ἄλλ’ ἳλεως γευήσηται ἡμῖν τῇ κληρονομίᾳ αὐτοῦ.
Καὶ μετὰ κλαυθμοῦ ἀλλήλους ἀνεθαρρύνοντο, ἵνα ἀνδρείως
ἀντισταθῶσι τοῖς ἐναυτίοις ἐπὶ τῇ ὥρᾳ τῆς συμπλοκῆς.
῾Ομοίως

δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς τῇ αὐτῇ ὀδυνηρᾷ ἑσπέρᾳ τῆς δευτέρας συνάξας
πάντας τοὺς ἐν τέλει, ἄρχοντας καὶ ἀρχομένους, δημάρχους καὶ
ἑκατοντάρχους* καὶ ἑτέρους προκρίτους στρατιώτας ταῦτα ἔφη:

«Ὕμεῖς μὲν εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι
καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ
τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως
ἡμῶν βούλεταὶ, ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως
στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης
ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυυάμεως, ἵνα,
εἰ δυνατόν, ὡς ὅφὶς τὸν ἰὸν* ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ
ἡμᾶς.

» Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ
μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν
ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην
καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν
τῶν πόλεων.

» Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερά τινα ὀφειλέται
κοινῶς ἐσμεν πάντες, ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν
πρῶτον μὲν ὑπὲρ πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ
τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ* κυρίου καὶ
τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων.

» Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων
ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου, πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων τούτων
ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

» ᾽Εὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην
τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ
οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον
ὅλον κερδήσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον
πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν.

Τρίτον βασιλείαν τὴν ποτὲ μὲν περιφανῆ νῦν δὲ ταπεινωμένην καὶ
ὠνειδισμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου
καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων
καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα ».

(J. P . MIGNE, Patrologia Greaca, τ. 156)
Γεώργιος Φραντζῆς


ΜΗΝ ΖΗΤΑΤΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΣΩΣΤΟ ΝΑ ΜΗΝ ΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΥΜΕ.
ΑΝ ΤΟ ΔΙΑ ΒΑΣΟΥΜΕ ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΟΛΟΙ ΘΑ ΚΑΤΑΛΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ.

«ΑΝΑΚΛΗΜΑ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ» (1453)

Θρῆνος, κλαυθμὸς καὶ ὁδυρμὸς καὶ στεναγμὸς καὶ λύπη,
θλῖψις ἀπαραμύθητος ἔπεσεν τοῖς Ρωμαίοις !
᾽Εχάσασιν τὸ σπίτιν τους, τὴν πόλιν τὴν ἀγίαν,
τὸ θάρρος καὶ τὸ καύχημα καὶ τὴν ἀπαντοχήν τους.

Τίς τόπεν; Τίς τὸ μήνυσε; Πότε ᾽λθεν τὸ μαντάτο;

Καράβιν ἐκατὲβαινε στὰ μέρη τῆς Τενέδου,
καὶ κάτεργον τὸ ὑπάντεσε , στέκει καὶ ἀναρωτᾶ το:
«Καράβιν, πόθεν ἔρχεσαι καὶ πόΘεν κατεβαίνεις;

-῎Ερχομαι ἀκ’ τ’ ἀνάθεμα καὶ ἐκ τὸ βαρὺν τὸ σκότος,
ἀκ’ τὴν ἀστραποχάλαζην, ἀκ’ τήν ἀνεμοζάλην˙
ἀπαὶ τὴν Πόλην ἔρκομαι τὴν ἀστραποκαμένην˙
᾽Εγὼ γομάριν δὲν βαστῶ, ἀμὲ μαντάτα φέρνω
κακὰ διά τοὺς χριστιανούς, πικρὰ καὶ θολωμένα˙
οἱ Τουρκιῶται ἤρθασιν, ἐπήρασιν τὴν Πόλιν,
ἀπώλεσαν τοὺς Χριστιανοὺς ἐκεῖ καὶ πάνταχόθεν».
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .


Τὸ ποίημα τούτο ἐξ 118 στίχων ἔχει γραφῆ ἀπὸ ἄνθρωπον (Κρῆτα
πιθανόν), ὁ ὀποῖος μόλις θὰ ἡμποροῦσε νὰ κρατῆ τὴν πέννα καὶ ὁ ὁποῖος
δέν γνωρίζει κὰν νὰ χωρίζη τὰς λέξεις απ’ ἀλλήλων. Παραθέτομεν τοὺς
πρώτους 15 στίχους

Από το αναγνωστικόν γυμνασίου της περιόδου 1947-1948

Ο τελευταίος Παλαιολόγος – Γεώργιος Βιζυηνός

Απ’ τες σαράντα κι ύστερα Θεός τον παραγγέλνει
- Για του λαού τα κρίματα είναι γραφτό να γίνη, προσκύνα τον Σουλτάνο!
Μ'αυτός το χέρι στο σπαθί πεισμώνεται,δε θέλει!
- Πριν μπρος σε Τούρκο τύραννο το γόναττό του κλίνει, πες κάλλιο ν'αποθάνω!
Έξω απ'το κάστρο χύνεται με σπάθα γυμνωμένη και σφάζει Τούρκων κατοστές κι Αγαρηνών χιλιάδες.
Εκείνος κι ο στρατός του.
Μα ητ'ολίγος ο στρατός, κι οι πρώτοι λαβωμένοι!
Έπεσαν τ'αρχοντόπουλα, έφυγαν οι Ρηγάδες
κι απέμεινεν μόνος του.
Όσον τον ζώνουν τα σκυλιά τόσο χτυπά και σφάζει,
σαν πληγωμένος λέοντας, σαν τίγρις της ερήμου,
που τα παιδιά της σκώσουν.
Μα κει του πέφτει τ'άλογο. Και πέφτει αυτός και κράζει:
- Δε βρίσκεται ένας Χριστιανός να πάρ'την κεφαλή μου
πριν πάν και με σκλαβώσουν;
Μια τρίχα και τον σκότωνεν αράπικη λεπίδα!
Μα δεν το'θελε ο Θεός.Δεν ήθελε ν'αφήσει των Χριστιανών το Γένος
αιώνια δίχως βασιλιά κι ελευθεριάς ελπίδα.
Γι'αυτό προστάζει έναν άγγελο να πα να τον βοηθήσει
σαν ήταν κυκλωμένος.
Κι αυτός τον μαύρο λακπατά, τον Βασιλέα γλυτώνει.
Το κοφτερό του το σπαθί του παίρνει απ'το χέρι τους Τούρκους διασκορπίζει.
Πα στα λευκά του τα φτερά τον Βασιλέα σκώνει,
μες στο πλατύ το σπήλαιο, που σ'είπα, τόνε φέρει κι εκεί τόνε κοιμίζει.
Επάνω απ'το κεφάλι του η ασπίδα παραστέκει.
Κι εκεί που το χρυσόπλεκτο, το ψηφωτό ζωνάρι τη μέση του κατέχει.
Σαν αστραπή π'απέμεινε χωρίς αστροπελέκι
ζερβιά, ως κάτου κρέμεται τ'αστραυτερό θηκάρι,
μέσα σπαθί δεν έχει.
- Γιατί γιαγιά πού είναι το!
- Βαμμένο μες στο αίμα
ακόμα ως τώρα βρίσκεται σ'ενός αγγέλου χέρι,στον ουρανόν επάνου...
Ήτανε τότε που η Τουρκιά την Πόλιν επολέμα.
Μέσα μια χούφτα ελεύθεροι, απ΄έξω μύριο ασκέρι οι σκλάβοι του Σουλτάνου.
Κι ο Μωχάμετ ο ίδιος του πα στ'άγριο του το άτι.
- Δος μου της Πόλες τα κλειδιά! του Κωννσταντίνου κράζει, και το σπαθί σου δός μου!
- Έλα και πάρ' τα! λέγει αυτός του Τούρκου του μουχτάρη.
Εγώ δε δίνω τίποτα. Τποτα ενόσω βράζει μια στάλα γαίμα εντός μου!
Κι επρόβαλαν τα λάβαρα, κι αρχίνησεν η μάχη!
Σαράντα μέρες πολεμούν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιούνται και χτυπούνε
οι Τούρκοι σαν τα κύματα, κι οι Χριστιανοί σαν βράχοι.
Κι ούτε των Φράγκων...προδοσίες ούτε των φλάρων δίχτυα, τον Βασιλέα σειούνε.
- Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τοον Βασιλέα,
ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε, σαν παραμύθι τάχα;
- Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα, πα να γενώ εκατό χρονών κι ακόμα το θυμούμαι
σαν νάταν χθες μονάχα.
Στην Πόλη, στην Χρυσόπορτα, στον πύργον από κάτου, είναι ένα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν
παλάτι, σαν άγιο παρακκλήσι.
Κανένας Τούρκος δε μπορεί να κρατηθεί κοντά του, κανείς της σιδερόπορτας να έβρει το μονοπάτι,
να πα να το μηνύσει.
Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας που το ξέρει
περνά απ'αυτό κρυφά, κρυφά και το σταυρό του κάνει με φόβο και μ'ελπίδα.
Έτσι κι εγώ, βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι, επήγα και προσκύνησα. Και εδ'αυτού μ'εφάνη.Όχι
μ'εφάνη! Είδα:
Μες στο σκοτάδι το βαθύ έν' άστρο, σαν λυχνάρι
σαν μια φλόργα μυστική απ' τον Θεό αναμμένη, γαλάζια λάμψη χύνει.
Και φέγγει την φεγγόχλωμη του Βασιλέως χάρη, πού με κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένος μένει στην
αργυρή του κλίνη.
- Απέθανε γιαγιά;
- Ποτέ παιδάκι μου! Κοιμάται, κοιμάται μόνο! Τη χρυσή κορώνα στο κεφάλι, το σκήπτρο του στο χέρι.
Και σαν παλιοί του σύντροφοι, πιστοί του παραστάται, στα στήθη του ο Σταυραετός, στα πόδια
του προβάλλει δικέφαλο ξαφτέρι.
- Και τώρα πια δεν ημπορεί, γιαγιάκα, ννα ξυπνήσει;
- Ω βέβαια! Καιρούς καιρούς σηκώνει το κεφάλι, στον ύπνο το βαθύ του, και βλέπει αν ήρθεν η
στιγμή, πόχ' ο Θεός ορίσει, και βλέπει αν ήρθεν άγγελος για να του φέρει πάλι το κοφτερό σπαθί του.
- Και θά' ρθει, ναι, γιαγιάκα μου;
- Θά' ρθει παιδί μου, θά'ρθει.
Και όταν έρθει, τί χαρά στη γη στην οικουμένη, σ'όποιους θα ζούνε τότε!
Διπλό, τριπλό θα πάρουμεν αυτό που μας επάρθη κι η Πόλις κι η Αγιά Σοφιά δική μας θε να γένει.
- Πότε γιαγιά μου πότε;
- Όταν τρανέψει γιόκα μου, κι αρματωθείίς και κάμεις τον όρκο στην Ελευεριά, σύ κι όλη η
νεολαία σα σώσετε τη χώρα.
Τότε θε νάρθει ο άγγελος κι αγγελικαί δυνάμεις,να μβούνε να ξυπνήσουμε, να πουν στο Βασιλέα
πώς ήλθεν πιά η ώρα!
Κι ο Βασιλέυς θα σηκωθεί τη σπάθα του να δράξει και, στρατηγός σας, θε να μβει στο πρώτο του Βασίλειο,
τον Τούρκο χτυπήσει.
Και χτύπα χτύπα θα τον πά μακρά να τον πετάξει
πίσω στην Κόκκινη Μηλιά και πίσ' από τον ήλιο, ΠΟΥ ΠΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙ!!