Σάββατο, 4 Σεπτεμβρίου 2010

Το δίλημμα ασφάλειας και οι σχέσεις με το Ισραήλ.

© ppol


Ένα από τα πιο ελκυστικά μεθοδολογικά εργαλεία για την ανάλυση των ελληνοτουρκικών σχέσεων μας το προσφέρει το παράδειγμα του ρεαλισμού και είναι αυτό του «διλήμματος ασφάλειας»: «δίλημμα» υπάρχει, όταν κάποιος καλείται να επιλέξει μεταξύ δύο ενδεχομένων, που ενέχουν το στοιχείο της αμφισημίας και της αβεβαιότητας. Ο Ερνστ Κλάιν (Ernst Klein) κάνει λόγο για «μία επιλογή μεταξύ δύο μη ευχάριστων εναλλακτικών».

Στο «δίλημμα ασφάλειας», το στοιχείο της αβεβαιότητας χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ των κρατών, αλλά και τις προθέσεις τους. Οι δύο επιλογές στην κλασσική του μορφή είναι είτε η ανταπόκριση στην αύξηση των εξοπλισμών και η δημιουργία ανταγωνισμού, είτε η απραξία και η συνεχής απειλή από το άλλο κράτος.

Οι επιλογές των κρατών τελούν υπό το καθεστώς φόβου, με αποτέλεσμα να εγκλωβίζονται σε παίγνια αποφάσεων «μηδενικού αθροίσματος». Μέσα στον «φοβισιανό χώρο» του Χομπς (Hobbes) τα κράτη αντί να επιζητούν την συνεργασία και το αμοιβαίο κέρδος μετατρέπονται σε εγωιστές που αναζητούν αδιέξοδα τη μεγιστοποίηση της δύναμης τους.

Η ύπαρξη του «διλήμματος ασφάλειας» ανάμεσα σε δύο κράτη πιστοποιείται μέσα από τις τρεις εκφάνσεις του: (α) τον ανταγωνισμό των εξοπλισμών, (β) τις κρίσεις και (γ) τις ανταγωνιστικές/ προληπτικές συμμαχίες.

Στην ελληνοτουρκική αντιπαράθεση μπορούμε να διαγνώσουμε την ύπαρξη και των τριών εκφάνσεων του «διλήμματος ασφάλειας». Η τρίτη έκφανση, αυτή των συμμαχιών, απαντάται στον άξονα Τουρκίας-Ισραήλ. Μία συμμαχία με ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά, η οποία από την Ελλάδα πάντα αντιμετωπιζόταν με καχυποψία και σε κάποιες περιπτώσεις έχει χαρακτηριστεί ως και επιθετική για την χώρα, ειδικά την περίοδο της κρίσης με τους πυραύλους S-300.

H Τουρκία, στο πλαίσιο της σύνδεσης της με τη δύση που έχει τις βάσεις της κυρίως στη δεκαετία του 1950, ανέπτυξε μία στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ. Ουσιαστικά, οι δύο χώρες λειτούργησαν ως οι θύλακες της δύσης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Όμως, τα τελευταία χρόνια, ειδικά από το 2003 όταν και επήρθε το ρήγμα στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία με αφορμή την επέμβαση στο Ιράκ, η Τουρκία έχει αλλάξει την υψηλή της στρατηγική. Είναι φανερό ότι έχει υιοθετήσει το περίφημο «δόγμα Νταβούτογλου (Davutoğlu)» το οποίο θέτει σε πρώτη μοίρα την ανάδειξη της Τουρκίας σε κυρίαρχη δύναμη της ισλαμικής σφαίρας.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται και οι δύο επιλογές της Τουρκίας που έχουν φέρει σε σημείο έντασης τις σχέσεις της, κυρίως με τις ΗΠΑ: η στάση της για το πυρηνικό πρόγραμμα στο Ιράν και η θέση της στο παλαιστινιακό ζήτημα.

Η Τουρκία, λόγω των καλών σχέσεων με το Ισραήλ, επιφύλασσε για τον εαυτό της μέχρι πριν λίγα χρόνια το ρόλο του «αξιόπιστου διαμεσολαβητή» («honest broker»), μία θέση που και οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) έβλεπαν με πολύ θετικό τρόπο. Η επιλογή όμως της κυβέρνησης του «κόμματος ευημερίας και ανάπτυξης» (AKP) να αυξήσει τη δημοφιλία της στον αραβικό κόσμο μέσω της ανισοβαρούς υποστήριξης των Παλαιστινίων, οδήγησε σε κρίση των σχέσεων με το Ισραήλ.

Μετά τις τελευταίες δραματικές εξελίξεις με το «στολίσκο για τη Γάζα» και τη στάση που τήρησε η Τουρκία, οι σχέσεις με το Ισραήλ βρίσκονται «στο κόκκινο» και ουδείς κάνει πλέον λόγο για τον παλιό άξονα Ισραήλ-Τουρκίας. Η Τουρκία δεν θέλει και δεν είναι πλέον ένας «αξιόπιστος διαμεσολαβητής». Μάλιστα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι έχει γίνει μέρος τους προβλήματος και τουλάχιστον σε αυτή τη φάση μοιάζει και τροχοπέδη για όποια προσπάθεια επίλυσης.

Ουσιαστικά, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, μία από τις εκφάνσεις του διλήμματος ασφάλειας Ελλάδας και Τουρκίας αλλάζει. Η Ελλάδα κράτησε μία πιο ισορροπημένη στάση στο ζήτημα της σύγκρουσης των ισραηλινών δυνάμεων με το στολίσκο, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει, σε εμβρυακή βέβαια ακόμη μορφή, ένα διαπραγματευτικό κεφάλαιο που θα μπορούσε να της δώσει ένα νέο ρόλο στη Μέση Ανατολή.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ο σύνδεσμος των χωρών της περιοχής με τη δύση. Οι καλές σχέσεις που έχει με τις αραβικές χώρες, λόγω της πολιτικής τόσο του Ανδρέα Παπανδρέου όσο και του Κωνσταντίνου Καραμανλή, και η σχέση εμπιστοσύνης που χτίζει σταδιακά ο πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου με το Ισραήλ θα μπορούσαν να μετατρέψουν την Ελλάδα σε «αξιόπιστο διαμεσολαβητή» και σε εγγυητή μίας ειρηνευτικής διαδικασίας.

Αυτό φάνηκε και από την πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στη Μέση Ανατολή και στη μεσολαβητική προσπάθεια που του ζήτησε να αναλάβει ο πρόεδρος του Ισραήλ, μεταφέροντας μήνυμα στην πλευρά των Παλαιστινίων, αλλά και από τη διμερή συνεργασία που εγκαινιάστηκε με τις συμφωνίες που υπέγραψαν οι δύο πρωθυπουργοί στην Αθήνα.

Βέβαια, για να μπορέσει η Ελλάδα να καρπωθεί διπλωματικά το κενό που άφησε, έστω προσωρινά, η Τουρκία με την αλλαγή στη στρατηγική της, θα πρέπει να εγκολπώσει τη θετική συγκυρία σε μία ευρύτερη στρατηγική για το ρόλο της χώρας, τόσο στη Μέση Ανατολή, όσο και στον κόσμο γενικότερα.

Δεν αρκεί μία επίσκεψη και μερικές συμφωνίες, κυρίως χαμηλής πολιτικής. για να οικοδομηθεί ένας διαφορετικός ρόλος στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής. Βέβαια, αυτές οι κινήσεις υψηλής στρατηγικής θέτονται πάντα εν αμφιβόλω από μία κοινή γνώμη που βρίθει από αντιαμερικανικά και αντισιωνιστικά συναισθήματα, σε σημείο που δυσχεραίνουν τους όποιους σχεδιασμούς σε επίπεδο εξωτερικής πολιτικής.

Θα πρέπει επίσης να τονιστεί ότι δεν υπάρχει πλέον για τον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου το απόθεμα αυτό του προσωπικού πολιτικού κεφαλαίου που λειτούργησε ως η καταλυτική δυναμική που νομιμοποίησε την στρατηγική του Ελσίνκι.

Αλλά μία έκφανση του «διλήμματος ασφάλειας» φαίνεται πως μπορεί να αλλάξει: η Ελλάδα πρέπει συστηματικά και μεθοδικά να εκμεταλλευτεί το «παράθυρο ευκαιρίας» που της δίνεται για να διεκδικήσει εκ νέου ένα ρόλο στην περιοχή της Μέσης Ανατολής. Ένα ρόλο που δεν θα την καταστήσει μέρος του προβλήματος, αλλά μέρος της λύσης.

Μόνο που αυτή τη στρατηγική θα πρέπει να την δουλέψει, γιατί οι διεθνείς σχέσεις είναι δυναμικές, και δεν αποκλείεται η Τουρκία στο άμεσο ή στο έμμεσο μέλλον να διαπιστώσει ότι το άνοιγμα προς ισλάμ έχει και τα όρια του και να επιστρέψει ξανά στην δυτική προοπτική.

Τέλος η Ελλάδα, παρά τα προβλήματα της, έχει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που μπορεί να την καταστήσει γοητευτική στις χώρες της Μέσης Ανατολής, το δυτικό της μανδύα. Μία αλλαγή στην στρατηγική μας θέση στη Μέση Ανατολή, πιθανότατα θα δώσει και μία νέα πνοή στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που φαίνονται, σε κάποιο βαθμό και λογικά, να τελματώνονται σε διμερείς συζητήσεις χαμηλής έντασης.

του Τριαντάφυλλου Καρατράντου 
Βιβλιογραφικές σημειώσεις

Ο Τριαντάφυλλος Καρατράντος είναι υποψήφιος διδάκτωρ στην περιβαλλοντική ασφάλεια

Δεν υπάρχουν σχόλια: