Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Ιωάννης Γιαννίκκου, ακόμα ένας αγνοούμενος στο πάνθεο των Αθανάτων

Ιωάννης Γιαννίκκου, του Μιχάλη και της Χριστίνας ετών 19,  Από το Ριζοκάρπασον. Ο προτελευταίος αγνοούμενος του Ριζοκαρπάσου που ανευρέθηκαν και ταυτοποιήθηκαν τα οστά του. Συνεχίζει να παραμένει αγνοούμενος ο Νίκος κορκού. Ο Γιαννάκης εκτελέστηκε άγρια μαζί με άλλους 6 ελληνοκυπρίους κοντά στο κατεχόμενο χωριό Αγιά βορειοανατολικά της Αθηένου.

Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1955. Άριστος μαθητής αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου τον Ιούνιο του 1973. Στις 23 Ιουλίου ανήμερα της γιορτής του Αγίου Θερίσου κατατάγηκε στην Εθνική Φρουρά. Ο μαύρος Ιούλιος του 1974 τον βρήκε να αντιστέκεται στις ορδές του Αττίλα στην περιοχή της Μιας Μηλιάς. Τελευταία φορά που θεάθηκε ζωντανός ήταν στις 14 Αυγούστου 1974. Έκτοτε μάταια οι γονείς του περίμεναν την επιστροφή του Γιαννάκη τους.

Ο Γιαννάκης μαζί με τους υπόλοιπους συνελήφθησαν από τους Τούρκους.
Στις 18/8/2007 βρέθηκαν τα οστά του Γιαννάκη και δεκατριών άλλων, μερικές δεκάδες μέτρα ανατολικά του "τουρκο"κυπριακού χωριού Αγιά μέσα σε ένα πηγάδι βάθους τριών μέτρων μαζί με 13 άλλα άτομα. Όλοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ με σφαίρες στο κεφάλι. Μετά οι βάρβαροι προσπάθησαν να εξαφανίσουν κάθε ίχνος τους βάζοντας φωτιά σε όλους ομαδικά. Απ’ ότι φαίνεται όμως η φωτιά έσβησε και δεν κάηκαν παρά μόνο τα ρούχα τους. 
 
Οι δώδεκα ήταν ταγμένοι ανατομικά ολόκληροι ενώ των δύο τα οστά ήταν διάσπαρτα στο πηγάδι. Ο Γιαννάκης δέχτηκε δύο σφαίρες στο λαιμό για να βγουν από τον κρόταφο. Άλλου άτομου που βρέθηκε στον ίδιο ομαδικό τάφο έλειπε μέρος του αριστερού του κρανίου πράγμα που υποδηλεί ότι μάλλον όλοι εκτελέστηκαν εν ψυχρώ. Τρία χρόνια μετά έγινε η ταυτοποίηση με την μέθοδο του DNA επτά ατόμων από τα δεκατέσσερα.

 Του Ηλία Ηλία Μανιταρά, συμμαθητή(ΕΠΙΚΗΔΕΙΟΣ)
 «Άρξομαι δε από των προγόνων πρώτον’’’  δίκαιον γαρ αυτοίς και πρέπον δε άμα εν των τοιώδε την τιμήν ταύτην της μνήμης διδόσθαι...» Μτφρ: «Θα μιλήσω πρώτα για τους προγόνους μας. Γιατί είναι δίκαιο, αλλά συγχρόνως και πρέπον, σε μια τέτοια περίσταση, όπως η σημερινή, να τους απονέμεται η τιμή αυτή να μνημονεύονται πρώτοι.» Από τον Περικλέους Επιτάφιο του Θουκυδίδη, Βιβλ. Β κεφ 36.


Γιαννάκη Γιαννίκκου,

Είχες την τιμή να γεννηθείς στο ανατολικότερο άκρο του Ελληνισμού, εκεί που ακόμα δοκιμάζονται οι αντοχές ολόκληρου του ελληνισμού, αλλά και οι ανοχές των Ριζοκαρπασιτών έναντι των διοικούντων ημάς. 


Ήσουν το πρωτότοκο παιδί του Μιχάλη και της Χριστίνας.


Μεγάλωσες μέσα σ’ ένα αθώο και οικογενειακό περιβάλλον. Γαλουχήθηκες με τα δημοκρατικά ιδεώδη στο σπίτι σου και στα σχολεία του Ριζοκαρπάσου, που μέχρι σήμερα συνεχίζουν να γράφουν τη δική τους ιστορία εις πείσμα μερικών. Σ’ αυτά πήρες αριστείο στο ήθος, αριστείο στα γράμματα, αριστείο στην ανθρωπιά, αριστείο στον αθλητισμό, αριστείο στην τιμιότητα μα, πάν’ απ’ όλα αριστείο στην αγάπη για την πατρίδα. Άνθρωπος δημοκρατικών πεποιθήσεων, είχες τη δημοκρατία τρόπο ζωής. Ηθική πάντοτε η στάση και συμπεριφορά σου. 

Έλεγες πάντοτε ότι, η γνώση και το ήθος είναι τα κύρια συστατικά της δημοκρατίας και μόνο με αυτά μπορούμε να τη διαφυλάξουμε. Νέος χαμηλών τόνων, αυτοκυριαρχημένος, προσηνής, ανυπόκριτος, ευγενικός και τίμιος, δίκαιος και διακριτικός, απροκατάληπτος και φιλοσοφημένος, εκοσμήσουν με όλες τις αρετές.


Δεν αυτομόλησες, στάθηκες εκεί εφ’ ω ετάχθεις. Πρόταξες το στήθος σου για να προστατεύσεις τη μάνα, τον πατέρα τ’ αδέλφια, την πατρίδα σου.


Δεν σε νίκησε ο εχθρός. Νίκησες τον εχθρό με την τόλμη και την παλικαριά σου. Ο εχθρός νίκησε τους ριψάσπιδες που άφησαν τα όπλα και τράπηκαν σε φυγή, ίσως όμως διότι αντελήφθησαν την προδοσία. Ο εχθρός νίκησε αυτούς που τον ήθελαν να πατήσει το πόδι του στην πατρίδα μας. Νίκησε τους προδότες Εφιάλτιδες που ηθελημένα του άνοιξαν τις πόρτες. Αυτούς που ακόμα και σήμερα βρίσκονται παντού και ελλοχεύουν για να τις ξανανοίξουν. 

Ο εχθρός νίκησε αυτούς που σου σφράγισαν το διαβατήριο για να βρεθείς τόσο νέος στην αιωνιότητα. Εσείς, τα παλικάρια, όλοι οι συμπολεμιστές, σου που γίνατε θυσία στο βωμό της πατρίδας, έχετε γράψει τα ονόματά σας αιώνια με χρυσά γράμματα στο πάνθεο των ηρώων. Εσείς νικήσατε. (Εμείς σκλαβωθήκαμε. Σκλαβωθήκαμε από τους Τούρκους, τους πάτρωνές τους Αγγλοαμερικάνους και τα εδώ γιουσουφάκια τους, από αυτούς που θέλουν να εξαλείψουν παντελώς την τετραπληγική Κυπριακή Δημοκρατία.)


Γιαννάκη Γιαννίκκου,
συμμαθητή μου. Στην τάξη,,,, σου θυμίζω,,, καθόσουν στην τελευταία θέση, μπροστά σου εγώ. Πάντα σ’ όλες τις ερωτήσεις είχα αμέσως την απάντηση από σένα μέσα στ’ αυτί μου. Αλληλέγγυος προς το συμμαθητή, προς το συνάνθρωπό σου. Παρόλο που τα σπίτια μας βρισκόταν του ενός στο νοτιότερο άκρο της κωμόπολής μας και του άλλου στο βορειότερο, πολύ συχνά βρισκόμασταν μαζί. Μαζί παίζαμε στις ελάχιστες ελεύθερες ώρες που είχαμε, μαζί επισκεπτόμασταν την μαθητική λέσχη, μαζί διαβάζαμε, μαζί κυνηγούσαμε με τα αεροβόλα μας.

Δεν θα ξεχάσω την κουβέντα που κάναμε καθήμενοι αντίκρυ-αντίκρυ στα κρεβάτια μας, όταν διανυκτερεύσαμε μαζί στο ίδιο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο λιμανάκι της σκλαβωμένης Κερύνειας κατά την τελική μας εκδρομή. Ενώ οι άλλοι συμμαθητές  βγήκαν βόλτα το βράδυ, εμείς καθίσαμε στο δωμάτιο και συζητούσαμε για το μέλλον και τα όνειρά μας. Συζητούσαμε για τα χόμπι και τις ομάδες μας. Ήμασταν οι μόνοι από την τάξη μας, που είχαμε για ομάδα, άλλη από τον Παναθηναϊκό που μεσουρανούσε τότε. Είχαμε τον ΠΑΟΚ. Γιατί; Έπρεπε, έλεγες, να υποστηρίζουμε μια προσφυγική ομάδα. Μας είχαν ανάγκη αυτοί οι άνθρωποι, ήθελαν την αλληλεγγύη μας, ήταν πρόσφυγες, λες και ήξερες τι επρομηνύετο.


Εικοστρείς Ιουλίου 1973, ανήμερα της γιορτής του Αγίου Θερίσου, μια δεκαπενταριά αμούστακα τότε Ριζοκαρπασιτόπουλα, μπήκαμε μέσα στο λεωφορείο για να μας μεταφέρει στο ΚΕΝ Αμμοχώστου. Είχα δει για πρώτη φορά τότε τον πατέρα μου να δακρύζει, όπως ίσως και όλοι οι πατεράδες. Τίποτα δεν προμήνυε, τουλάχιστο για μας στο ειρηνικό Ριζοκάρπασο, τον όλεθρο που θα ακολουθούσε. Σαν άριστος μαθητής που ήσουν ήρωα Γιαννάκη και στα μαθηματικά, επιλέγηκες για το πυροβολικό. Μπήκες από τότε σε διαφορετικό μονοπάτι απ’ ότι εμείς οι υπόλοιποι. Η πορεία σου είχε προκαθοριστεί.


Ένα ακριβώς χρόνο μετά, ήλθε η μεγάλη προδοσία και ο όλεθρος. Φωτιά και μπαρούτι έπεφταν πάνω από τα κεφάλια μας. Έψαχνε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Οι γονείς μας και τ’ αδέλφια μας, άλλοι εγκλωβίστηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν. Εμείς δεν ξέραμε αν ζούσαν οι γονείς μας και οι γονείς μας δεν ήξεραν αν ζούσαμε εμείς. Κάποιοι φανήκαμε ίσως τυχεροί. 

Ζήσαμε, βρήκαμε τη μάνα μας, μας βρήκε η μάνα μας. Εσένα όμως σ’ έψαχνε απεγνωσμένα ο πατέρας σου στις ελεύθερες περιοχές. Σ’ έψαχνε παντού. Η τύχη το ‘φερε να συναντηθούμε κάπου τέλη Σεπτέμβρη. Ήταν η πρώτη φορά που τον είδα να δακρύσει μόλις με αντίκρισε. -Μα δεν έχω ούτε μια φωτογραφία του, πώς να τον  εύρω γιέ μου; Μου είπε. Και έβγαλα από την τσέπη μου μια μαθητική φωτογραφία που μου χάρισες όταν αποφοιτούσαμε και του τη έδωσα. Την πήρε από τα χέρια μου και την φίλησε. Ακολούθως την έδειξε σε όλους τους παρευρισκόμενους και τους έλεγε με καμάρι αλλά και με πόνο ψυχής: -Αυτός είναι ο γιός μου, ο Γιαννάκης μου. Και πήρε σβάρνα τα βουνά και τα στρατόπεδα να σε βρει.


Μάταια όμως. Και όταν μετέπειτα, στις λίγες φορές που συναντήθηκα με τον πατέρα και τη μητέρα σου, πάντοτε με έσφιγγαν μέσα στην αγκαλιά τους και με φιλούσαν. Το ένιωθα. Εκείνη την ώρα αγκάλιασαν το γιό τους, το Γιαννάκη τους. Δακρύζαμε μαζί, αλλά εγώ δεν τολμούσα να τους κοιτάξω στα μάτια. Δεν είχα τη δύναμη. Ένιωθα ένοχος, ένοχος που δεν μπόρεσα να κάνω κάτι για να προστατεύσω τον καλύτερο φίλο μου. 


Ο χρόνος, τα χρόνια, περνούσαν και μόνο στον ύπνο μου ερχόσουν αραιά για να συναντηθούμε και να τα πούμε. Πριν τρεις περίπου μήνες, στις δύσκολες δικές μου στιγμές, συναντηθήκαμε, ήμασταν νέοι όπως τότε. Ήσουν πολύ χαρούμενος και ευτυχισμένος. Σε ρώτησα που ήσουνα τόσο καιρό και δεν φάνηκες; Μου απάντησες ότι σπούδαζες αρχιτέκτονας στην Ελλάδα. Άπλωσα το χέρι μου για χειραψία, αλλά ξύπνησα. Μάταια έκλεινα τα μάτια μου για να κρατήσει κι’ άλλο η συνάντησή μας. Είχες αντιληφθεί φαίνεται ότι κόντεψε η ώρα να δοξασθείς γι’ αυτό ήσουν χαρούμενος.


Πριν περίπου ένα χρόνο λύγησε και η μητέρα σου. Δεν άντεξε,,, ο πόνος, η πίκρα και ο καημός την σκότωσαν. Σίγουρα θα συναντηθήκατε. Ήρωας εσύ, ηρωομάνα αυτή. 


Φίλε αγαπημένε, η δόξα σ’ αγκάλιασε. Σ’ έβαλε κάτω από τη σκέπη της πια. 


«Δοκεί δε μοι δηλούν ανδρός αρετήν πρώτη τε μηνύουσα και τελευταία βεβαιούσα η νυν τώνδε καταστροφή» Μτφρ: «Έχω η γνώμη, ότι ο θάνατος αυτών εδώ των νεκρών παρέχει το μέτρο της αξίας ενός ανθρώπου, είτε είναι ο πρώτος που τη φανερώνει, είτε ο τελευταίος που την επισφραγίζει.» Περικλέους Επιτάφιος του Θουκυδίδη Βιβλ. Β κεφ 42.


Εναπόκειται δηλαδή πλέον  σε μας, να διαφυλάξουμε και να συντηρήσουμε τη μνήμη σου. 


Εναπόκειται σε μας να μην επιτρέψουμε να πάνε χαμένοι οι αγώνες και οι θυσίες σας.


Εναπόκειται σε μας να μην παραδώσουμε ολόκληρη την Κύπρο σαν Εφιάλτηδες στους Τούρκους φονιάδες και στους πάτρωνές τους.

Αιωνία σου η μνήμη.





Φωτογραφικό υλικό από την κηδεία



 
Σ' ένα μικρό φέρετρο που έφερε το όνομα Ιωάννης Γιαννίκκου ήταν τοποθετημένα τα οστά του


Τέσσερεις συμπολεμιστές του μαζί με τον Ριζοκαρπασίτη βουλευτή κ. Κουλία και τον Ταξίαρχο εν αποστρατεία κ. Παπαχριστοδούλου


Οι τραγικές φιγούρες των αδελφού και πατέρα


Πλήθος κόσμου ακολουθεί τη νεκρική πομπή


Η ταφή στο κοιμητήριο του Αγίου Γεωργίου Κοντού στη Λάρνακα


Η ταφή του έγινε στον οικογενειακό τάφου όπου ήταν θαμμένη η μητέρα του


Ο πατέρας του ενώ παραλαμβάνει τις σημαίες της Κύπρου και Ελλάδας με τις οποίες ήταν σκεπασμένα τα ηρωικά οστά του.
rizokarpason

Δεν υπάρχουν σχόλια: