Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γερμανοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Ιουνίου 2010

ΔΙΣΤΟΜΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ!

Ο επικεφαλής του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού στην Ελλάδα, Σουηδός Στούρε Λιννέρ, στο βιβλίο του «Η Οδύσσειά μου» γράφει για το Δίστομο:

Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Παντρευτήκαμε στις 14 Ιουνίου. Ο υπεύθυνος της ελληνικής επιτροπής, Έμιλ Σάντστρομ, παρέθεσε γαμήλιο γεύμα προς τιμήν μας. Αργά το βράδυ με πλησίασε και με απομάκρυνε από τα γέλια και τις φωνές, προς μια γωνιά όπου θα μπορούσαμε να μιλήσουμε οι δυο μας.

Μου έδειξε ένα τηλεγράφημα που μόλις είχε λάβει: οι Γερμανοί έσφαζαν για τρεις ημέρες τον πληθυσμό του Διστόμου, στην περιοχή των Δελφών, και στη συνέχεια πυρπόλησαν το χωριό. Πιθανοί επιζώντες είχαν ανάγκη άμεσης βοήθειας.

Το Δίστομο ήταν μέσα στα όρια της περιοχής την οποία, την εποχή εκείνη, ήμουν αρμόδιος να τροφοδοτώ με τρόφιμα και φάρμακα. Έδωσα με τη σειρά μου το τηλεγράφημα στην Κλειώ να το διαβάσει, εκείνη έγνεψε κι έτσι αποχωρήσαμε διακριτικά από τη χαρούμενη γιορτή.

Περίπου μα ώρα αργότερα ήμασταν καθ’ οδόν μέσα στη νύχτα. Απαιτήθηκε ανυπόφορα μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου διασχίσουμε τους χαλασμένους δρόμους και τα πολλά μπλόκα για να φτάσουμε, χαράματα πια, στον κεντρικό δρόμο που οδηγούσε στο Δίστομο.

Από τις άκρες του δρόμου ανασηκώνονταν γύπες από χαμηλό ύψος, αργά και απρόθυμα, όταν μας άκουγαν που πλησιάζαμε. Σε κάθε δέντρο, κατά μήκος του δρόμου και για εκατοντάδες μέτρα, κρεμόντουσαν ανθρώπινα σώματα, σταθεροποιημένα με ξιφολόγχες, κάποια εκ των οποίων ήταν ακόμη ζωντανά. Ήταν οι κάτοικοι του χωριού που τιμωρήθηκαν με αυτό τον τρόπο: θεωρήθηκαν ύποπτοι για παροχή βοήθειας στους αντάρτες της περιοχής, οι οποίοι επιτέθηκαν σε δύναμη των Ες-Ες.

Η μυρωδιά ήταν ανυπόφορη. Μέσα στο χωριό σιγόκαιγε ακόμη φωτιά στα αποκαΐδια των σπιτιών. Στο χώμα κείτονταν διασκορπισμένοι εκατοντάδες άνθρωποι κάθε ηλικίας, από υπερήλικες έως νεογέννητα. Σε πολλές γυναίκες είχαν σχίσει τη μήτρα με την ξιφολόγχη και αφαιρέσει τα στήθη, άλλες κείτονταν στραγγαλισμένες, με τα εντόσθια τυλιγμένα γύρω από το λαιμό. Φαινόταν σαν να μην είχε επιζήσει κανείς.

Μα να! Ένας παππούς στην άκρη του χωριού! Από θαύμα είχε καταφέρει να γλιτώσει τη σφαγή. Ήταν σ ο κ α ρ ι σ μ έ ν ο ς από τον τρόμο, με άδειο βλέμμα, τα λόγια του πλέον μη κατανοητά. Κατεβήκαμε στη μέση της συμφοράς και φωνάζαμε στα ελληνικά: «Ερυθρός Σταυρός! Ερυθρός Σταυρός! Ήρθαμε να βοηθήσουμε».

Από μακριά μας πλησίασε διστακτικά μια γυναίκα. Μας αφηγήθηκε ότι ένας μικρός αριθμός χωρικών πρόλαβε να διαφύγει προτού ξεκινήσει η επίθεση. Μαζί με εκείνη αρχίσαμε να τους ψάχνουμε. Αφού ξεκινήσαμε οι τρεις μας, διαπιστώσαμε ότι [η γυναίκα] είχε πυροβοληθεί στο χέρι. Τη χειρουργήσαμε αμέσως με χειρουργό την Κλειώ. Ήταν το ταξίδι του μέλιτός μας.

Και ο Ελληνικός Πολιτισμός:

Λίγο καιρό αργότερα η επαφή μας με το Δίστομο θ’ αποκτούσε και έναν αξιοσημείωτο επίλογο. Όταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα, δεν πήγαν και τόσο καλά τα πράγματα, αφού μια γερμανική μονάδα κατάφερε να περικυκλωθεί από αντάρτες ακριβώς στην περιοχή του Διστόμου.

Σκέφτηκα ότι αυτό ίσως θεωρηθεί από τους Έλληνες ως ευκαιρία για αιματηρή εκδίκηση, πόσο μάλλον που η περιοχή εδώ και καιρό είχε αποκοπεί από κάθε παροχή βοήθειας σε τρόφιμα. Ετοίμασα λοιπόν φορτηγά με τα αναγκαία τρόφιμα, έστειλα μήνυμα στο Δίστομο για την άφιξή μας και έτσι βρεθήκαμε στο δρόμο για εκεί, για άλλη μια φορά, η Κλειώ και εγώ.

Όταν φτάσαμε στα όρια του χωριού, μας συνάντησε μια επιτροπή, με τον παπά στη μέση. Έναν παλαιών αρχών πατριάρχη, με μακριά, κυματιστή, λευκή γενειάδα. Δίπλα του στεκόταν ο αρχηγός των ανταρτών, με πλήρη εξάρτυση. Ο παπάς πήρε το λόγο και μας ευχαρίστησε εκ μέρους όλων που ήρθαμε με τρόφιμα.

Μετά πρόσθεσε: «Εδώ είμαστε όλοι πεινασμένοι, τόσο εμείς οι ίδιοι, όσο και οι Γερμανοί αιχμάλωτοι. Τώρα, εάν εμείς λιμοκτονούμε, είμαστε τουλάχιστον στον τόπο μας. Οι Γερμανοί δεν έχουν χάσει μόνο τον πόλεμο, είναι επιπλέον και μακριά από την πατρίδα τους. Δώστε τους το φαγητό που έχετε μαζί σας, έχουν μακρύ δρόμο μπροστά τους».

Σ’ αυτή του τη φράση γύρισε η Κλειώ το βλέμμα της και με κοίταξε.

Υποψιαζόμουν τι ήθελε να μου πει με αυτό το βλέμμα, αλλά δεν έβλεπα πλέον καθαρά.

Απλά στεκόμουν κι έκλαιγα.

.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

69η επέτειος της μάχης των Οχυρών στο Ρούπελ 6-10 Α­πρι­λί­ου 1941

6 Α­πρι­λί­ου 1941, απέ­να­ντι α­πό το Ρούπελ και ε­ντός του βουλ­γα­ρι­κού ε­δά­φους, σε πρώ­τη γραμ­μή, εί­χε α­να­πτυ­χθεί το 125 γερ­μα­νι­κό Σύ­νταγ­μα Ε­πί­λε­κτων, το ο­ποί­ο εί­χε λά­βει μέ­ρος με ε­πι­τυ­χί­α, στις μά­χες της γραμ­μής Μαζινό στη Γαλ­λί­α. Σε δεύ­τε­ρη γραμ­μή η 2η Τ/Θ Γερ­μα­νι­κή και δύ­ο Βουλ­γα­ρι­κές Με­ραρ­χί­ες Πε­ζι­κού.

Η φρου­ρά του ο­χυ­ρού Ρούπελ α­νή­κε στο Σύ­νταγ­μα Σι­δη­ρο­κά­στρου και α­πο­τε­λεί­το α­πό 27 Α­ξιω­μα­τι­κούς και 950 Ο­πλί­τες, που ή­ταν στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οι με­σή­λι­κες ε­πί­στρα­τοι και οι τραυ­μα­τί­ες που χρειά­σθη­κε να βγουν γρή­γο­ρα α­πό τα Νο­σο­κο­μεί­α για να ε­παν­δρώ­σουν το ο­χυ­ρό. Την Κυ­ρια­κή 6 Α­πρι­λί­ου 1941 οι Γερ­μα­νοί με το πρώ­το φως της ημέρας, αρ­χί­ζουν σφο­δρό βομ­βαρ­δι­σμό του ο­χυ­ρού με πυ­ρά πυ­ρο­βο­λι­κού.

Μι­σή ώ­ρα αρ­γό­τε­ρα, υ­πό την προ­στα­σί­α σμή­νους α­ε­ρο­σκα­φών ‘’στουκας’’, αυ­το­κι­νού­με­νο Πυ­ρο­βο­λι­κό και Πε­ζι­κό διέρ­χο­νται τον πο­τα­μό Μπιστρίτσα σε διά­φο­ρα ση­μεί­α και κα­τευ­θύ­νο­νται προς το ο­χυ­ρό. Κα­πνός, σκό­νη και φλό­γες τυ­λί­γουν το ο­χυ­ρό. Το έ­δα­φος α­να­σκά­πτε­ται, οι η­ρω­ι­κοί υ­πε­ρα­σπι­στές του ο­χυ­ρού ε­φαρ­μό­ζουν το σχέ­διο ά­μυ­νας και τα Γερ­μα­νι­κά τμή­μα­τα λό­γω των α­πω­λειών κα­θη­λώ­νο­νται.

Ταυ­τό­χρο­να λέμ­βοι ε­φό­δου προ­σπα­θούν να δια­σχί­σουν τον ποταμό Στρυ­μό­να για να βρε­θούν πί­σω α­πό τα τμή­μα­τά του ελληνικού στρατού. Οι τρεις πρώ­τες ό­μως θα α­κι­νη­το­ποι­η­θούν πά­νω σε συρ­μά­τι­νο πλέγ­μα που εί­χε το­πο­θε­τη­θεί για τον σκο­πό αυ­το, και τα πλη­ρώ­μα­τά τους α­πο­δε­κα­τί­ζο­νται, ε­νώ οι υ­πό­λοι­ποι γυ­ρί­ζουν πί­σω.

Δευ­τέ­ρα 7 Α­πρι­λί­ου, στις έ­ξι πα­ρά τέ­ταρ­το αρ­χί­ζει και πά­λι σφο­δρός βομ­βαρ­δι­σμός Πυ­ρο­βο­λι­κού και α­ε­ρο­σκα­φών. Τα ‘’ στούκας’’ ό­μως τώ­ρα πε­τούν τό­σο χα­μη­λά, ώ­στε α­κό­μη και σή­με­ρα οι λί­γοι ε­να­πο­μεί­να­ντες στη ζω­ή πο­λε­μι­στές να θυ­μού­νται, ό­τι έ­βλε­παν τα πρό­σω­πα των πι­λό­των.

Τα γερ­μα­νι­κά τμή­μα­τα ξε­κι­νούν αλ­λά κα­θη­λώ­νο­νται ξα­νά, χω­ρίς κα­νέ­να α­πο­τέ­λε­σμα. Α­πό τις δώ­δε­κα μέ­χρι τις δύ­ο το με­ση­μέ­ρι πε­νή­ντα ε­χθρι­κά α­ε­ρο­σκά­φη βομ­βαρ­δί­ζουν τις θέ­σεις της Πυ­ρο­βο­λαρ­χί­ας του Λο­χα­γού Κυ­ρια­κί­δη, ο ο­ποί­ος ευ­ρι­σκό­με­νος ε­ντός του Κέ­ντρου Διευ­θύν­σε­ως Πυ­ρός με τον Αν­θλγό Βλά­χο, κα­τα­πλα­κώ­θη­καν α­πό τις βόμ­βες και έ­χα­σαν τη ζω­ή τους.

Η γερ­μα­νι­κή διοί­κη­ση α­πό τις α­πο­γευ­μα­τι­νές ώ­ρες της ι­δί­ας η­μέ­ρας θέ­τει σε ε­φαρ­μο­γή, σχέ­διο πα­ρα­κάμ­ψε­ως των ο­χυ­ρών, α­πό την κοι­λά­δα του Στρού­μνι­τσα πο­τα­μού, προς τη λί­μνη Δοϊ­ρά­νη. Το βρά­δυ η 2η τε­θω­ρα­κι­σμέ­νη γερ­μα­νι­κή Με­ραρ­χί­α φθά­νει στα Ελ­λη­νο-Γιου­γκο­σλα­βι­κά σύ­νο­ρα.

Τρί­τη 8 Α­πρι­λί­ου, οι Γερ­μα­νοί, πα­ρά τους α­πό ε­δά­φους και α­έ­ρος σφο­δρούς βομ­βαρ­δι­σμούς, αποτυγχάνουν για ακόμη μία φορά. Τε­τάρ­τη 9 Α­πρι­λί­ου, στις πέ­ντε το α­πό­γευ­μα, εμ­φα­νί­ζο­νται Γερ­μα­νοί κή­ρυ­κες προ του υ­ψώ­μα­τος Ούσιτα και γνω­ρί­ζο­ντας ό­τι εί­χε υ­πο­γρα­φεί η συν­θη­κο­λό­γη­ση με την Ελ­λη­νι­κή Κυ­βέρ­νη­ση στη Θεσ­σα­λο­νί­κη, α­παι­τούν την πα­ρά­δο­ση του ο­χυ­ρού.

Ο Διοι­κη­τής του «Συ­γκρο­τή­μα­τος Ρούπελ» Ταγ­μα­τάρ­χης Δου­ρά­τσος α­πο­στέλλει τον Αν­θ/λγό Δα­μια­νό α­πό το ύ­ψω­μα Οούσιτα με ε­ντο­λή, ό­πως ε­πα­κρι­βώς α­να­γρά­φε­ται στην έκ­θε­ση πο­λε­μι­κής δρά­σης του, της 12 Αυ­γού­στου 1941 να δια­μη­νύ­σει στον Γερ­μα­νό Α­ξιω­μα­τι­κό τα ε­ξής: Πρώ­το «Τα ο­χυ­ρά πα­ρα­δί­δο­νται μό­νον ό­ταν κυ­ριευ­θώ­σιν πα­ρά του α­ντι­πά­λου». Δεύ­τε­ρο «Τοιού­των δια­τα­γών πε­ρί α­να­κω­χής στε­ρού­με­θα πα­ρά των ιε­ραρ­χι­κώς προ­ϊ­στα­μέ­νων μας αρ­χών». Τρί­το «Δια­τα­γάς λαμ­βά­νο­μεν και ε­κτε­λού­μεν μό­νον τας προ­ερ­χο­μέ­νας εκ των προ­ϊ­στα­μέ­νων μας αρ­χών». Τέ­ταρ­το «Ο α­γών θα συ­νε­χι­σθεί. Πά­σα δε α­πό­πει­ρα προ­σεγ­γί­σε­ως του ο­χυ­ρού θα συ­ντρι­βεί ».

Στις 23.30 λαμ­βά­νει τη­λε­φω­νι­κά και κα­τό­πιν και εγ­γρά­φως δια­τα­γή, με την ο­ποί­α ε­ξου­σιο­δο­τεί­ται ο Ταγ­μα­τάρ­χης Δου­ρά­τσος για την υ­πο­γρα­φή συμ­φώ­νου κα­τα­παύ­σε­ως των ε­χθρο­πρα­ξιών. Α­μέ­σως κα­λεί σε συ­γκέ­ντρω­ση τους διοι­κη­τές των Λό­χων, ό­που α­πο­φα­σί­ζε­ται ο­μό­φω­να η πα­ρα­μο­νή στο ο­χυ­ρό και η συ­νέ­χι­ση του α­γώ­να.

Ό­μως ύ­στε­ρα α­πό ε­πι­κοι­νω­νί­α με τους προ­ϊ­στα­μέ­νους του και α­φού έ­λα­βε πλή­ρη ει­κό­να της κα­τα­στά­σε­ως α­πό την ο­ποί­α δια­πι­στώ­θη­κε το ά­σκο­πο των πα­ρα­πέ­ρα θυ­σιών, λαμ­βά­νε­ται η α­πό­φα­ση συμ­μορ­φώ­σε­ως προς τις δια­τα­γές των προ­ϊ­στα­μέ­νων του. Την 10 Α­πρι­λί­ου, στις 06.00 το πρω­ί με­τα­βαί­νει ο Τ/χης Δου­ρά­τσος προς συ­νά­ντη­ση Γερ­μα­νού Α­ξιω­μα­τι­κού, ο ο­ποί­ος α­φού τον συγ­χαί­ρει για την η­ρω­ι­κή α­ντί­στα­ση του ζη­τά την πα­ρά­δο­ση του ο­χυ­ρού.

Ο Τ/χης Δου­ρά­τσος α­ξιώ­νει «ου­δείς Γερ­μα­νός να ει­σέλ­θει στο ο­χυ­ρό προ της α­να­χω­ρή­σε­ως των Ελ­λή­νων μα­χη­τών» και το αί­τη­μα, με­τά α­πό λί­γο, γί­νε­ται α­πο­δε­κτό α­πό τους Γερ­μα­νούς. Την 11.00 ώ­ρα α­φού οι η­ρω­ι­κοί μα­χη­τές α­πέ­νει­μαν τι­μές προς τους πε­σό­ντες, κι­νή­θη­καν πε­ζοί μέ­σω Σι­δη­ρο­κά­στρου στις Σέρ­ρες. Κα­τά την κί­νη­σή τους Γερ­μα­νι­κό τμή­μα στο ύ­ψος της γέ­φυ­ρας του πο­τα­μού Στρυ­μό­να, τους α­πέ­δω­σε τι­μές και οι Έλ­λη­νες ή­ρω­ες α­ντα­πέ­δω­σαν τον χαι­ρε­τι­σμό. Εκ της δυ­νά­με­ως του ο­χυ­ρού Ρούπελ, οι α­πώ­λειες α­πό Ελ­λη­νι­κής πλευ­ράς ή­ταν 44 νε­κροί και 38 τραυ­μα­τί­ες.

Α­πό γερ­μα­νι­κής πλευ­ράς οι α­κρι­βείς α­πώ­λειες δεν έ­γι­ναν γνω­στές, ε­πλη­ρώ­θη­σαν ό­μως τρί­α νε­κρο­τα­φεί­α στην πε­ριο­χή του Προ­μα­χώ­να, το δε 125 Σύ­νταγ­μα Ε­πί­λε­κτων που ε­πι­τέ­θη­κε στο Ρούπελ, τέ­θη­κε ε­κτός μά­χης και α­πο­σύρ­θη­κε για α­να­συ­γκρό­τη­ση. Οι α­πώ­λειες των Γερ­μα­νών κα­τά τις ε­πι­χει­ρή­σεις ε­να­ντί­ον των Ο­χυρών α­πό 6-10 Α­πρι­λί­ου 1941, έ­φτα­σαν σε 555 νε­κρούς, 2134 τραυ­μα­τί­ες και 170 α­γνο­ού­με­νους, σύμ­φω­να με Γερ­μα­νι­κές πη­γές. ‘