Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Ο τελευταίος Παλαιολόγος – Γεώργιος Βιζυηνός

Απ’ τες σαράντα κι ύστερα Θεός τον παραγγέλνει
- Για του λαού τα κρίματα είναι γραφτό να γίνη, προσκύνα τον Σουλτάνο!
Μ'αυτός το χέρι στο σπαθί πεισμώνεται,δε θέλει!
- Πριν μπρος σε Τούρκο τύραννο το γόναττό του κλίνει, πες κάλλιο ν'αποθάνω!
Έξω απ'το κάστρο χύνεται με σπάθα γυμνωμένη και σφάζει Τούρκων κατοστές κι Αγαρηνών χιλιάδες.
Εκείνος κι ο στρατός του.
Μα ητ'ολίγος ο στρατός, κι οι πρώτοι λαβωμένοι!
Έπεσαν τ'αρχοντόπουλα, έφυγαν οι Ρηγάδες
κι απέμεινεν μόνος του.
Όσον τον ζώνουν τα σκυλιά τόσο χτυπά και σφάζει,
σαν πληγωμένος λέοντας, σαν τίγρις της ερήμου,
που τα παιδιά της σκώσουν.
Μα κει του πέφτει τ'άλογο. Και πέφτει αυτός και κράζει:
- Δε βρίσκεται ένας Χριστιανός να πάρ'την κεφαλή μου
πριν πάν και με σκλαβώσουν;
Μια τρίχα και τον σκότωνεν αράπικη λεπίδα!
Μα δεν το'θελε ο Θεός.Δεν ήθελε ν'αφήσει των Χριστιανών το Γένος
αιώνια δίχως βασιλιά κι ελευθεριάς ελπίδα.
Γι'αυτό προστάζει έναν άγγελο να πα να τον βοηθήσει
σαν ήταν κυκλωμένος.
Κι αυτός τον μαύρο λακπατά, τον Βασιλέα γλυτώνει.
Το κοφτερό του το σπαθί του παίρνει απ'το χέρι τους Τούρκους διασκορπίζει.
Πα στα λευκά του τα φτερά τον Βασιλέα σκώνει,
μες στο πλατύ το σπήλαιο, που σ'είπα, τόνε φέρει κι εκεί τόνε κοιμίζει.
Επάνω απ'το κεφάλι του η ασπίδα παραστέκει.
Κι εκεί που το χρυσόπλεκτο, το ψηφωτό ζωνάρι τη μέση του κατέχει.
Σαν αστραπή π'απέμεινε χωρίς αστροπελέκι
ζερβιά, ως κάτου κρέμεται τ'αστραυτερό θηκάρι,
μέσα σπαθί δεν έχει.
- Γιατί γιαγιά πού είναι το!
- Βαμμένο μες στο αίμα
ακόμα ως τώρα βρίσκεται σ'ενός αγγέλου χέρι,στον ουρανόν επάνου...
Ήτανε τότε που η Τουρκιά την Πόλιν επολέμα.
Μέσα μια χούφτα ελεύθεροι, απ΄έξω μύριο ασκέρι οι σκλάβοι του Σουλτάνου.
Κι ο Μωχάμετ ο ίδιος του πα στ'άγριο του το άτι.
- Δος μου της Πόλες τα κλειδιά! του Κωννσταντίνου κράζει, και το σπαθί σου δός μου!
- Έλα και πάρ' τα! λέγει αυτός του Τούρκου του μουχτάρη.
Εγώ δε δίνω τίποτα. Τποτα ενόσω βράζει μια στάλα γαίμα εντός μου!
Κι επρόβαλαν τα λάβαρα, κι αρχίνησεν η μάχη!
Σαράντα μέρες πολεμούν, σαράντα μερονύχτια
χτυπιούνται και χτυπούνε
οι Τούρκοι σαν τα κύματα, κι οι Χριστιανοί σαν βράχοι.
Κι ούτε των Φράγκων...προδοσίες ούτε των φλάρων δίχτυα, τον Βασιλέα σειούνε.
- Τον είδες με τα μάτια σου, γιαγιά, τοον Βασιλέα,
ή μήπως και σε φάνηκε, σαν όνειρο να πούμε, σαν παραμύθι τάχα;
- Τον είδα με τα μάτια μου, ωσάν και σένα νέα, πα να γενώ εκατό χρονών κι ακόμα το θυμούμαι
σαν νάταν χθες μονάχα.
Στην Πόλη, στην Χρυσόπορτα, στον πύργον από κάτου, είναι ένα σπήλαιο πλατύ, στρωμένο σαν
παλάτι, σαν άγιο παρακκλήσι.
Κανένας Τούρκος δε μπορεί να κρατηθεί κοντά του, κανείς της σιδερόπορτας να έβρει το μονοπάτι,
να πα να το μηνύσει.
Μόνο κανένας Χριστιανός, κανένας που το ξέρει
περνά απ'αυτό κρυφά, κρυφά και το σταυρό του κάνει με φόβο και μ'ελπίδα.
Έτσι κι εγώ, βαστούμενη στο πατρικό μου χέρι, επήγα και προσκύνησα. Και εδ'αυτού μ'εφάνη.Όχι
μ'εφάνη! Είδα:
Μες στο σκοτάδι το βαθύ έν' άστρο, σαν λυχνάρι
σαν μια φλόργα μυστική απ' τον Θεό αναμμένη, γαλάζια λάμψη χύνει.
Και φέγγει την φεγγόχλωμη του Βασιλέως χάρη, πού με κλεισμένα βλέφαρα εξαπλωμένος μένει στην
αργυρή του κλίνη.
- Απέθανε γιαγιά;
- Ποτέ παιδάκι μου! Κοιμάται, κοιμάται μόνο! Τη χρυσή κορώνα στο κεφάλι, το σκήπτρο του στο χέρι.
Και σαν παλιοί του σύντροφοι, πιστοί του παραστάται, στα στήθη του ο Σταυραετός, στα πόδια
του προβάλλει δικέφαλο ξαφτέρι.
- Και τώρα πια δεν ημπορεί, γιαγιάκα, ννα ξυπνήσει;
- Ω βέβαια! Καιρούς καιρούς σηκώνει το κεφάλι, στον ύπνο το βαθύ του, και βλέπει αν ήρθεν η
στιγμή, πόχ' ο Θεός ορίσει, και βλέπει αν ήρθεν άγγελος για να του φέρει πάλι το κοφτερό σπαθί του.
- Και θά' ρθει, ναι, γιαγιάκα μου;
- Θά' ρθει παιδί μου, θά'ρθει.
Και όταν έρθει, τί χαρά στη γη στην οικουμένη, σ'όποιους θα ζούνε τότε!
Διπλό, τριπλό θα πάρουμεν αυτό που μας επάρθη κι η Πόλις κι η Αγιά Σοφιά δική μας θε να γένει.
- Πότε γιαγιά μου πότε;
- Όταν τρανέψει γιόκα μου, κι αρματωθείίς και κάμεις τον όρκο στην Ελευεριά, σύ κι όλη η
νεολαία σα σώσετε τη χώρα.
Τότε θε νάρθει ο άγγελος κι αγγελικαί δυνάμεις,να μβούνε να ξυπνήσουμε, να πουν στο Βασιλέα
πώς ήλθεν πιά η ώρα!
Κι ο Βασιλέυς θα σηκωθεί τη σπάθα του να δράξει και, στρατηγός σας, θε να μβει στο πρώτο του Βασίλειο,
τον Τούρκο χτυπήσει.
Και χτύπα χτύπα θα τον πά μακρά να τον πετάξει
πίσω στην Κόκκινη Μηλιά και πίσ' από τον ήλιο, ΠΟΥ ΠΙΑ ΝΑ ΜΗ ΓΥΡΙΣΕΙ!!

Δεν υπάρχουν σχόλια: