Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Τό δακτυλίδι τῆς Ψωροκώσταινας.


Τόν Ἰούνιο τοῦ τρομεροῦ ἔτους 1826 ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση φαινόταν νά σβύνει. Τό Μεσολόγγι εἶχε πέσει. Ὁ Ἰμπραήμ βρισκόταν στήν Πελοπόννησο καί τήν κατέστρεφε. Ἡ Ρούμελη εἶχε προσκυνήσει. Ἡ ἀνίκανη Κυβέρνηση Κουντουριώτη εἶχε καταρρεύσει μέσα στή γενική κατακραυγή. Οἱ Ὑδραῖοι πρόκριτοι λογάριαζαν, φοβούμενοι τήν ἐπίθεση τοῦ τουρκικοῦ στόλου, νά φύγουν στά Ἑφτάνησα καί «ὅστις ἐδύνατο νά φυγαδεύση κρυφίως τήν περιουσίαν του τό ἔπραξεν». Οἱ στρατιῶτες λιμοκτονοῦσαν καί ὁ τακτικός στρατός τοῦ Φαβιέρου βρισκόταν σέ διάλυση. Χρήματα δέν ὑπῆρχαν καί μάλιστα οἱ κερδοσκόποι τραπεζίτες τοῦ Λονδίνου ἀπαιτοῦσαν τήν παραχώρηση ἐθνικῆς γῆς, ὥστε νά ἐξασφαλίσουν τίς προσόδους ἀπό τά κατασπαταληθέντα δάνειά τους.

Στό ἀπειλούμενο Ναύπλιο ἡ κατάσταση ἦταν ἀπελπιστική. Ἡ φρουρά τοῦ Μεσολογγίου εἶχε φτάσει ἐκεῖ γιά νά βρεθεῖ μέσα στίς ραδιουργίες καί στόν ἐμφύλιο σπαραγμό τῶν Ρουμελιωτῶν καί τῶν Σουλιωτῶν. Ὅλοι, οἱ Σουλιῶτες καί οἱ Ὀλύμπιοι ὁπλαρχηγοί, οἱ Ἠπειρῶτες καί οἱ Μανιάτες καπεταναῖοι, οἱ Κρητικοί, οἱ Δημογέροντες ζητοῦσαν νά πληρωθοῦν τούς καθυστερημένους μισθούς τους. Ἀλλά καί οἱ πλούσιοι νοικοκυραῖοι τῶν ναυτικῶν νήσων ζητοῦσαν νά ἀποζημιωθοῦν γιά ὅσα εἶχαν κάνει γιά τόν ἀγῶνα.

Ἡ πόλη ἦταν κατάμεστη ἀπό φυγᾶδες καί πρόσφυγες, ἀλλά καί ἀπό ἀσύνταχτους στρατιῶτες καί ἔνοπλες ὁμάδες πού περιφερόταν ἄσκοπα καί, ἀδιαφορῶντας γιά τόν πόλεμο, ἀπαιτοῦσαν χρήματα καί ἀποζημιώσεις. Οἱ πρόσφυγες καί πλήθη ἀπό δυστυχισμένους ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά καί γέροντες κακοπαθοῦσαν χωρίς στέγη καί τροφή.

Τό πρωί τῆς Κυριακῆς 8 Ἰουνίου 1826 οἱ ἀγανακτισμένοι καί ἐξαγριωμένοι στρατιῶτες, ἀκούσια «ὄργανα τῶν φατριῶν καί τῆς ἰδιοτελείας», ἔθεσαν τελεσιγραφικά τήν ἀπαίτηση νά πληρωθοῦν. Στήν πλατεία τοῦ Ναυπλίου, μέσα σέ βαριά ἀτμόσφαιρα, εἶχε συγκεντρωθεῖ μέγα πλῆθος λαοῦ πού «κατηφής καί περίτρομος» ἀγωνιοῦσε, ἐνῶ «ἡ Ἑλλάδα κινδύνευε νά καταποντισθεῖ εἰς ἕνα ἀδελφοκτόνο ἀγῶνα» καί «οὐδείς ἐτόλμα νά λαλήση, οὐδείς νά προτείνη τι πρός σωτηρίαν ὅλων».
Τότε, μέσα στήν ἀνήσυχη σιωπή, ἀναδύθηκε αὐτόκλητος μέσα ἀπό τό πλῆθος ὁ σεμνός καί ἀνιδιοτελής δάσκαλος τοῦ Γένους Γεώργιος Γεννάδιος, πλησίασε τόν πλάτανο στό κέντρο τῆς πλατείας καί μίλησε μέ βροντώδη φωνή: « Ἡ Πατρίς καταστρέφεται, ὁ ἀγών ματαιοῦται, ἡ ἐλευθερία ἐκπνέει. Ἀπαιτεῖται βοήθεια σύντονος˙ πρέπει οἱ ἀνδρεῖοι οὗτοι, οἵτινες ἔφαγον πυρῖτιν καί ἀνέπνευσαν φλόγας, καί ἤδη ἀργοί καί λιμῶντες μᾶς περιστοιχίζουν, νά σπεύσωσιν ὅπου νέος κίνδυνος τούς καλεῖ. Πρός τοῦτο ἀπαιτοῦνται πόροι καί πόροι ἐλλείπουσιν. Ἀλλ' ἄν θέλωμεν νά ἔχωμεν πατρίδα, ἄν εἴμεθα ἄξιοι νά ζῶμεν ἄνδρες ἐλεύθεροι, πόρους εὑρίσκομεν. Ἄς δώσει ἕκαστος ὅ,τι ἔχει καί δύναται. Ἰδού ἡ πενιχρά συνεισφορά μου. Ἄς μέ μιμηθεῖ ὅστις θέλει.» Καί διακόπτοντας τόν λόγο του ἔριξε κάτω λίγες λίρες, τίς μόνες πού εἶχε. Ἐπειδή ὅμως θεώρησε τήν προσφορά του μικρή, σέ λίγο συνέχισε : «Ἀλλ' ὄχι, ἡ συνεισφορά αὕτη εἶναι οὐτιδανή. Ὀβολόν ἄλλον δέν ἔχω νά δώσω, ἀλλά ἔχω ἐμαυτόν καί ἰδού τόν πωλῶ! Τίς θέλει διδάσκαλον ἐπί τέσσερα ἔτη γιά τά παιδία του; ἄς καταβάλη ἐνταῦθα τό τίμημα!»
Ἡ ἐπίσημη γλώσσα τοῦ Γεννάδιου δέν μείωσε τήν ἐντύπωση τοῦ λόγου του. «Ὅλοι ἄρχισαν νά συνεισφέρουν στρατιωτικοί καί πολιτικοί, τό πολυτιμότερον ὁποῦ ἕκαστος εἶχεν ἐπάνω του καί τό ἀκριβώτερον, καί ἐξακολουθοῦσαν νά δίδουν καί τάς ἑπομένας ἡμέρας.» Ἡ συγκέντρωση πῆρε μεγαλύτερη διάσταση μέ τήν ἄφιξη ἑκατοντάδων παιδιῶν ὅλων τῶν σχολείων μέ τήν ἐθνική σημαία, ἐνῶ ὁ φλογερός Γεννάδιος συνέχιζε, καταγγέλλοντας τήν ἰδιοτέλεια καί τήν φιλαρχία καί ἐξορκίζοντας τόν λαό νά ἐμποδίσει τήν «ἐκ νέου τῆς Ἑλλάδος τήν δουλικήν ἡμέραν καί ταπείνωσιν!»
«Τό ἀποτέλεσμα τῆς φιλοπάτριδος ταύτης δημηγορίας ὑπῆρξε καταπληκτικόν. Ὁ λαός ἐκινήθη εἰς δάκρυα καί ἡ συναίσθησις τοῦ καθήκοντος ἐφαίνετο ὅτι διηγέρθη ὀξύτερον ἤ ὑπό τῶν πολλῶν ἐκκλήσεων καί ἐπειγουσῶν διαξηρύξεων τῆς Διοικήσεως. Πολλοί ἀνεφώνησαν προσφέροντες χρήματα, ὥστε κατέστη ἐπάναγκες νά ὁρισθῆ ἐπιτροπή ἐκ τοῦ λαοῦ πρός παραλαβήν τῶν προσφορῶν. Διωρίσθη γραμματεύς ὅπως ἐγγράφη αὐτάς καί μεγαλοφώνως ἠγγέλλετο ἑκάστου τό ὄνομα καί τό ποσόν.

Ἕτεροι ρήτορες ἠκολούθησαν καί ἡ συγκίνησις διήρκεσεν δι' ὅλης τῆς ἡμέρας. Συνωθοῦντο πάντες, τίς πρῶτος νά προσφέρη καί ἐφιλοτιμοῦντο νά τύχωσι τῶν ἐπευφημιῶν δι' ὦν τό πλῆθος ἐχαιρέτιζε τάς προσφοράς ἐκείνας αἵτινες ἐφαίνοντο μεγάλαι ἐν συγκρίσει τῶν μέσων τοῦ δωροῦντος. … Ἀλλά κραυγή πάντη διάφορος, ἔκρηξις ἐνθουσιώδους ἐπευφημίας, ἐπηκολούθησε τήν ἀγγελίαν τοῦ μηνύματος τοῦ Δημητρίου Ὑψηλάντη, ὅστις ἔλεγε ὅτι χρήματα μέν δέν εἶχε, ἀλλά πρόσφερε τόν χρυσοῦν κολεόν (τό θηκάρι) καί τά κοσμήματα τοῦ ξίφους του, μεγίστης ἀξίας παρακαλῶν νά τηρηθῶσι ταῦτα ὡς κατάθεμα, ἕως οὗ δυνηθῆ νά πέμψη χίλια γρόσια, ὡς λύτρα αὐτῶν. Ὁ δυστυχής εἶχε κάμει ὅ,τι πλέον ἠδύνατο καί τώρα ἐπένετο
».
Οἱ αὐθόρμητες προσφορές ἦταν πλέον ἀθρόες. Ὅλοι ἔδιναν ὅ,τι πολύτιμο εἶχαν, χρήματα, κοσμήματα, χρυσά ἤ ἀσημένια ρολόγια. Οἱ γυναῖκες ἔδιναν τά νυφικά τους δακτυλίδια. Ἡ Μυκονιάτισσα Μαντώ πού εἶχε προσφέρει ὅλη της τήν περιουσία γιά τόν ἀγῶνα, πρόσφερε τώρα ὅ,τι ἀπόμενε. Ἡ Πατρινή Καλλιόπη ἔφερε τά κοσμήματα καί τά δῶρα τοῦ ἀρραβώνα της. Ὁ φτωχός καί ἔντιμος Νικηταρᾶς ἔδωσε τό μόνο πολύτιμο ἀντικείμενο πού κατεῖχε, ἕνα πολύτιμο τούρκικο σπαθί πού τοῦ εἶχαν χαρίσει γιά τά ἀνδραγαθήματά του, ὅταν στήν ἅλωση τῆς Τρίπολης εἶχε ἀποφύγει νά πάρει κάτι ἀπό τά λάφυρα.
Ὅμως, οἱ συνεισφορές πού ἔδιναν οἱ στρατιῶτες καί οἱ φτωχοί ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ ἔκαναν τήν πιό βαθιά ἐντύπωση. « Ἕνας πυροβολητής τῆς Φρουρᾶς, πρόσφερε ὅλη τήν περιουσία του δηλ. 200 γρόσια (σ’ ἐθνική ὁμολογία) καί δύο ρουπιέδες (μισό τάλληρο). Κι' ἕνας ἄρρωστος στρατιώτης τοῦ ταχτικοῦ, ὅσα εἶχε, δηλαδή ἕνα ἀργυρό χαϊμαλί, πού εἶχε κρεμάσει στό λαιμό του γιά τίς ἐχθρικές σφαῖρες καί ἕνα τάλληρο. Ἄλλοι στρατιῶτες ἔδιναν, ὅσοι εἶχαν ἀργυροστολισμένα ὅπλα, ἤ ἔσχιζαν τίς χρεωστικές ἀποδείξεις μισθῶν, γιά περασμένους μῆνες, πού τούς εἶχε δώσει ἡ κυβέρνηση. Μιά γρηά, πού ἕνας Ἀράπης τῆς εἶχε κόψει τό ἕνα αὐτί, ἦρθε στήν ἐπιτροπή καί, ἀφοῦ ἔβγαλε ἀπό τό μοναδικό της αὐτί, τό χρυσό σκουλαρίκι της, τό πρόσφερε. Ἕνα φτωχό παιδάκι, πού ζητιάνευε ἤ καί κουβαλοῦσε νερό γιά νά ζήσει, ἔβγαλε ἀπό τήν ζώνη πού τά εἶχε ραμμένα δύο τάλληρα, ὅλες δηλαδή τίς οἰκονομίες του ἀπό τίς ἐλεημοσύνες καί τά πρόσφερε».

Ὅμως, τό κορύφωμα ἦταν ὅταν ἐμφανίσθηκε ἡ πασίγνωστη καί θλιβερή Ψωροκώσταινα, πρόσφυγας ἀπό τίς Κυδωνίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας πού τήν εἶχαν καταστρέψει οἱ Τοῦρκοι, σφάζοντας τόν ἄντρα της καί παίρνοντας τά παιδιά της. Ἡ ἀρχόντισσα στόν τόπο της Ψωροκώσταινα ἐπιβίωνε στό Ναύπλιο ζητιανεύοντας, παράλληλα ὅμως περιμάζευε, ἔπλενε καί φρόντιζε τά ὀρφανά παιδιά πού περιφέρονταν στούς δρόμους. Ἦταν λοιπόν τό ἀποκορύφωμα τῆς ἀξέχαστης ἐκείνης μέρας ἡ στιγμή πού ἡ ταλαίπωρη Ψωροκώσταινα πλησίασε τήν ἐπιτροπή και πρόσφερε τό ἀσημένιο δακτυλίδι της καί τό μοναδικό γρόσι πού φύλαγε στόν κόρφο της.
Μέ τίς εἰσφορές εἶχε συγκεντρωθεῖ σημαντικό ποσό, ὥστε νά ἱκανοποιηθοῦν οἱ ἄμεσες ἀνάγκες τῶν πολεμιστῶν καί τοῦ ἐξοπλισμοῦ των. Ὅμως ὁ Γεννάδιος κάλεσε τόν λαό καί τόν στρατό νά ἀντιμετωπίσουν τό ἰσχυρό ἱππικό τῶν Τούρκων καί ζήτησε τή δήμευση τῶν ἀλόγων. « Ἀλλά ποῦ, θέλομεν εὕρει τούς ἵππους;… ἄν δέν μᾶς τούς δίδωσι, τούς παίρνομεν διά τῆς βίας;» ρώτησε. «Προτοῦ νά προφθάσουν λαός καί στρατός νά κινηθοῦν. Ὅλοι οἱ προεξάρχοντες ἠναγκάσθησαν νά τούς παραδώσωσιν. Ζαϊμης ὁ Πρόεδρος προέλαβε τούς ἄλλους , διότι ἡ οἰκία τους ἦτο παρά τήν πλατεῖαν καί ἤκουσε τούς λόγους τοῦ Γενναδίου. Τρεῖς θαυμάσιοι ἄραβες ἵπποι ἀμέσως προσεφέρθησαν ἐξ ὁνόματος τοῦ Προέδρου… Ἡ ἔξαψις ἀνάγκασε τούς προύχοντας καί τούς πλουσίους νά προσέλθωσι καίτοι ἄκοντες». Ἔτσι, συγκεντρώθηκεν ἱκανός ἀριθμός ἀπό ἄλογα.

Ὁ Γεννάδιος συνέχισε ἀκάθεκτος: « Ἱππικόν θά σχηματίσωμεν. Τώρα θά σᾶς ἐρωτήσω: Θά ἐκστρατεύσωμεν καί ἡμεῖς κατά τῶν ἐχθρῶν;» Καί ἐνῶ τά παιδιά τῶν σχολείων φώναζαν : «Σώσατε, σώσατέ μας ἀπό τόν Τοῦρκο!», οἱ στρατιῶτες ἀπάντησαν κλαίγοντες μέ τήν κραυγή : « Ἐκστρατεύομεν, παιδιά μας, ἐκστρατεύομεν!»
Ὁ Γεννάδιος ἦταν πλέον ὁ παντοδύναμος κυρίαρχος τῶν περιστάσεων ἐκείνων. Ἄν ἤθελε μποροῦσε νά κυβερνήσει, ὅπως τοῦ πρότειναν. Ὅμως ὁ ἀνιδιοτελής καί σεμνός ἐκεῖνος πατριώτης, «σωτήρ τῆς πατρίδος», δέν εἶχε προσωπικές φιλοδοξίες. Προτίμησε νά ἐπιστρέψει στό ἐκπαιδευτικό του ἔργο.
(Σύμφωνα μέ τίς μαρτυρίες τῶν Ν. Σπηλιάδη, Ἀ.Ραγκαβῆ, Νικ. Κασομούλη, Μ.Γούδα,
Δρ Σάμουελ Χάου καί τήν ἀφήγηση τοῦ Τάκη Ἀργ. Σταματόπουλου)

Το Κρυφό Σχολειό: Μύθος ή Πραγματικότητα;


«Στην διάρκεια της τουρκοκρατίας η Εκκλησία κατόρθωσε να επιβιώσει. Και όσο η Εκκλησία επεβίωνε, το Έθνος δεν μπορούσε να πεθάνει»
(Στήβεν Ράνσιμαν)

Λέγονται και γράφονται κατά καιρούς διάφορα σχετικά με το «Κρυφό Σχολειό» της Τουρκοκρατίας. Ορισμένοι επιχείρησαν και επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ύπαρξή του, να κλονίσουν μια πεποίθηση στερεά ριζωμένη στην συνείδηση του λαού μας. Και είναι προφανές ότι οι περισσότεροι από τους αμφισβητίες –αν όχι όλοι- έχουν ως στόχο την βαθύτερη αμφισβήτηση του ρόλου και της προσφοράς της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας κατά την περίοδο της μακραίωνος δουλείας του γένους από τον οθωμανικό ζυγό. Θεωρούμε, λοιπόν χρήσιμο να καταθέσουμε ορισμένα στοιχεία και να ξεκαθαρίσουμε μερικές ασάφειες που ίσως προκαλούν απορίες.

Το σπουδαιότερο επιχείρημα των αρνητών του «Κρυφού Σχολειού» είναι το εξής : «Οι Οθωμανοί Τούρκοι υπήρξαν ανεκτικοί στα θέματα Πίστεως και Παιδείας. Αφού, λοιπόν, δεν καταδίωκαν την εκπαίδευση των Ελλήνων και γενικότερα των Ορθοδόξων υπηκόων τους (Ρούμ μιλλέτ= Το Γένος των Ρωμηών), τότε γιατί χρειάζονταν Κρυφά Σχολεία στους νάρθηκες των Ναών και των Μοναστηριών;». Η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι η εξής :

Ναι, μεν, για λόγους θρησκευτικούς και διοικητικούς οι Οθωμανοί Σουλτάνοι παρεχώρησαν προνόμια και έδειξαν ένα βαθμό ανοχής προς τους Ρωμηούς υπηκόους τους, όμως υπήρξαν περίοδοι και περιοχές, στις οποίες δεν τηρήθηκαν οι υποσχέσεις αυτές. Δεν μπορούμε να ομιλούμε για μια ενιαία τουρκοκρατία στον χρόνο και τον χώρο. Υπήρχε διαφορετική (πιο καταπιεστική) μεταχείριση των υποδούλων κατά τους πρώτους αιώνες και διαφορετική στο δεύτερο ήμισυ της Τουρκοκρατίας με την επικράτηση μετριοπαθεστέρων απόψεων. Αλλά και κατά τόπους η εφαρμογή των σουλτανικών αποφάσεων και των δικαιωμάτων των υποδούλων υπέκειτο στην βούληση, στις ιδιορρυθμίες, στο βαθμό θρησκευτικού φανατισμού και γενικά στην προσωπικότητα του τοπικού Οθωμανού ηγεμόνος.

Σε μια αχανή αυτοκρατορία και μάλιστα υπό τις συνθήκες διοικήσεως και επικοινωνίας της εποχής εκείνης, η αυθαιρεσία των τοπικών μπέηδων και πασάδων ήταν φαινόμενο σύνηθες. Δεν είχαμε, λοιπόν, ομοιόμορφη εφαρμογή των θεμελιωδών αποφάσεων περί θρησκείας και παιδείας των Ορθοδόξων Ελλήνων. Οι αποφάσεις αυτές καταστρατηγήθηκαν ή αλλοιώθηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και σε διάφορες επαρχίες και τοπικές διοικήσεις (βιλαέτια). Δεν υπήρξε ενιαία τουρκοκρατία, αλλά ποικίλες μορφές της, αναλόγως εποχής και περιοχής.

Οι δύο πρώτοι αιώνες υπήρξαν πολύ δύσκολοι και μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνος δεν μπορούμε να ομιλούμε για δυνατότητα ακώλυτης ασκήσεως των θρησκευτικών και εκπαιδευτικών ελευθεριών. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι ο Σουλτάνος Σελήμ Α’ στις αρχές του 16ου αιώνος εξεδήλωνε δημοσίως το μίσος του προς τους Χριστιανούς και την άποψή του περί βιαίου εξισλαμισμού όλων των μη μουσουλμάνων. Το 1537 ο Σουλεϊμάν Α’ εξέδωσε διαταγή που ζητούσε να εκτελεστεί ως άπιστος οποιοσδήποτε αμφισβητούσε τα λόγια του προφήτη Μωάμεθ.

Από τις αρχές του 16ου αιώνος γίνεται φανερή η αυξανόμενη επιρροή των φανατικών μουσουλμάνων στην Αυλή των Σουλτάνων, γεγονός που δυσκόλευε την υλοποίηση των προνομίων των Χριστιανών. Οι ζηλωτές αυτοί του φανατικού Ισλάμ εστράφησαν γενικά εναντίον κάθε μορφής εκπαιδεύσεως, που δεν ακολουθεί το Κοράνι. Υπό την επιρροή τους βρέθηκε ο σουλτάνος Μουράτ Δ’ (1623-1640), ενώ οι οπαδοί της ίδιας ιδεολογίας επέτυχαν το 1711 να κατασχεθεί η βιβλιοθήκη του βεζύρη Τσορλουλού πασά και να απαγορευθεί η μελέτη επιστημονικών βιβλίων. Κατανοούμε, λοιπόν, ότι σε μια περίοδο κατά την οποία διώκονταν ακόμη και μουσουλμάνοι εραστές της μορφώσεως, πόσο δύσκολο θα ήταν σε Χριστιανούς να διδάσκουν και να διδάσκονται ελευθέρως την πίστη, την ιστορία και την εθνική ταυτότητά τους. Σε τέτοιες σκοτεινές εποχές δημιουργήθηκε η ανάγκη για Κρυφά Σχολειά.

Σε τέτοια δύσκολα χρόνια, για τα οποία ο Γάλλος Ιησουΐτης Richard (Ρισάρ) έγραψε στα μέσα του 17ου αιώνος : «Να σκεφθή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία» (ίδε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. 10, Αθήνα 1974, σ. 150).

Από τα μέσα του 17ου αιώνος τα πράγματα σαφώς βελτιώνονται στον εκπαιδευτικό τομέα και οι υπόδουλοι Ρωμηοί αρχίζουν να ιδρύουν, υπό την αιγίδα της Εκκλησίας και με την βοήθεια των ξενιτεμένων και των ευεργετών, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Σ’ αυτά καλλιεργήθηκαν και τα ιερά γράμματα και η «θύραθεν παιδεία», η εγκυκλοπαιδική και επιστημονική κατάρτιση. Όμως δεν ήταν εύκολο κάτω από το σπαθί του δυνάστη να καλλιεργηθεί το εθνικό φρόνημα και η συνείδηση της ιστορικής συνέχεια του Ελληνισμού. Στην περίοδο αυτή, την οποία ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ σε Υπόμνημά του (17/1/1879) χαρακτηρίζει «ως ανέσεως εποχή, καθ’ ην ήρξατο υποφώσκουσα ελπίς βελτιώσεως», η λειτουργία Κρυφών Σχολειών ίσως περιορίσθηκε, δεν έπαυσε όμως τελείως. Διότι η κρυφή εκπαίδευση χρειαζόταν για εκείνα τα ειδικά μαθήματα που φούντωναν τον πόθο για την ελευθερία.

Άλλωστε είπαμε ότι υπήρξαν και πολλές αυθαιρεσίες τοπικών Οθωμανών ηγεμονίσκων. Ο ιστορικός συγγραφεύς Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης στο έργο του «Τα μετά την άλωσιν 1453-1789» (εγράφη τον 18ο αιώνα και εξεδόθη στην Κωνσταντινούπολη το 1870), αναφέρει ένα περιστατικό, το οποίο ο ίδιος τοποθετεί στον 18ο αιώνα. Στο παζάρι (αγορά) του Καΐρου είδε 30.000 κομμένες γλώσσες Ελλήνων, οι οποίοι επέμεναν να ομιλούν ελληνικά παρά την σχετική απαγόρευση των τοπικών αρχών. Σε μια εποχή που οι Οθωμανοί γενικά είχαν επιτρέψει ή ανεχθεί την δημόσια λειτουργία ελληνικών εκπαιδευτηρίων, ο τοπικός Οθωμανός ηγεμόνας της Αιγύπτου απαγόρευε την χρήση της ελληνικής επί ποινή αποκοπής της γλώσσας. 30.000 ηρωικοί Έλληνες αντέστησαν!

Πώς όμως διετηρήθη η ελληνική γλώσσα κάτω από τέτοιες συνθήκες αν δεν υπήρχαν τα Κρυφά Σχολειά με το Ψαλτήρι και την Οκτάηχο και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία; Πάντως και κατά τον 18ο αιώνα έχουμε περιόδους διωγμών. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τα Ορλωφικά και τις αγριότητες των Τουρκαλβανών ο άγιος Κοσμάς διέκοψε τις περιοδίες του και κατέφυγε επί αρκετά έτη στο Άγιον Όρος!

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι τα Κρυφά Σχολειά ήταν απαραίτητα στους πρώτους δύο αιώνες της τουρκοκρατίας λόγω του κλίματος φόβου και τρόμου που επικρατούσε, στους δε επόμενους αιώνες, παρά την βελτίωση της οθωμανικής συμπεριφοράς, λειτούργησαν είτε για να δώσουν λύση απέναντι στην ανθελληνική και αντιχριστιανική τακτική ορισμένων Οθωμανών διοικητών, είτε για να διδάσκονται εκεί μαθήματα εθνικού φρονηματισμού με στόχο την εκπλήρωση των πόθων του Γένους.

Αποστομωτικό για τους αρνητές των «Κρυφών Σχολειών» και λίαν εύγλωττο, διότι συνοψίζει τα όσα εκθέσαμε μέχρι τώρα, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το βιβλίο του Γάλλου δημοσιογράφου Rene Puaux «Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος», (ελλην. Έκδοση εκδ. Τροχαλία, Αθήναι α. χρ.). Ο Puaux (Πυώ) περιηγήθηκε την Ήπειρο το 1913, ακριβώς μόλις τα εδάφη αυτά είχαν ελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό. Συνομιλώντας με Έλληνες Ηπειρώτες, οι οποίοι τότε για πρώτη φορά απηλλάγησαν από τον τουρκικό ζυγό, μαθαίνει έκπληκτος και τα εξής : «Κανένα βιβλίο τυπωμένο στην Αθήνα δεν γινόταν δεκτό στα σχολεία της Ηπείρου. Ήταν επιβεβλημένο να τα προμηθεύονται όλα από την Κωνσταντινούπολη.

Η Ελληνική Ιστορία ήταν απαγορευμένη. Στην περίπτωση αυτή λειτουργούσαν πρόσθετα κρυφά μαθήματα, όπου χωρίς βιβλία, χωρίς τετράδια, ο νεαρός Ηπειρώτης μάθαινε για τη μητέρα Πατρίδα, διδασκόταν τον Εθνικό της Ύμνο, τα ποιήματά της και τους ήρωές της. Οι μαθητές κρατούσαν στα χέρια τους την ζωή των δασκάλων τους. Μία ακριτομυθία, μια καταγγελία ήταν αρκετή. Δεν είναι συγκινητικό, αυτά τα διακόσια μικρά αγόρια και τα διακόσια πενήντα κοριτσάκια να δέχονται τις επιπλέον ώρες των μαθημάτων (στην ηλικία, που τόσο αγαπούν τα παιχνίδια), να συζητούν για την Ελλάδα και επιστρέφοντας στις οικογένειές τους με τα χείλη ραμμένα να κρατούν τον ενθουσιασμό μυστικό στην καρδιά;» (σελ. 126).

Το ντοκουμέντο αυτό, που προέρχεται από μαρτυρία ξένου περιηγητή, άρα ανεπηρέαστου από τα ιδεολογικά ρεύματα που επεκράτησαν στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωσή της, μας δείχνει ότι ακόμη και 5-6 χρόνια πριν από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ακόμη και σε εποχή που λειτουργούσαν ελεύθερα τα ελληνικά σχολεία, υπήρχαν παράλληλα κρυφά σχολεία για να μεταδώσουν την αγωνιστικότητα και τον πόθο για ελευθερία. Να μεταφέρουν στα παιδιά το μήνυμα που τους διδάσκει ο Ιερεύς στο συγκινητικό ποίημα του Ιωάννη Πολέμη με τίτλο «Το Κρυφό Σχολειό» :

Μη σκιάζεστε στα σκότη!
Της λευτεριάς το φεγγοβόλο αστέρι
της νύχτας το ξημέρωμα θα φέρει!

Μια ενδιαφέρουσα μαρτυρία έχουμε και από ένα εξόχως μαρτυρικό και ταλαιπωρημένο τμήμα του Ελληνισμού, την μεγαλόνησο Κύπρο. Ο Κύπριος Αρχιμανδρίτης Γαβριήλ Σαμπατακάκης γράφει το 1921 για τις εξελίξεις στην ιδιαίτερη πατρίδα του :

«Η θαυμασία αυτή ανάπτυξις του εθνικού αισθήματος οφείλεται, προ παντός, εις τα Σχολεία, τον Τύπον και την Εκκλησίαν. Της ευκαιρίας της Αγγλικής κατοχής δραξάμενος ο Κυπριακός Λαός έσπευσεν, ως η διψασμένη έλαφος τρέχει δρομαία επί τας πηγάς των υδάτων, ούτω και ούτος προς τα νάματα της παιδείας. Και ηδύνατό τις να ίδη φιλοτιμουμένους τους πολίτας και τους χωρικούς να ιδρύωσι δι’ ιδίων δαπανών σχολάς, να φροντίζωσι να διορίζωσι δάσκαλον τον καλύτερον μεταξύ αυτών.

Ιδρύθη το Παγκύπριον Γυμνάσιον και αι λοιπαί των κεντρικών πόλεων σχολαί, αίτινες ήρξαντο να χαλκεύωσιν Έλληνας χαρακτήρας, να εξαποστέλλωσι διδασκάλους εις τα διάφορα χωρία, διδάσκοντας ουχί πλέον την Οκτώηχον, ουχί το ψαλτήριον, ουχί θρησκέιαν, αν και ταύτα και αύτη ήσαν αναγκαία, αλλά τα ανδραγαθήματα των αρχαίων και νεοτέρων Ελλήνων ηρώων,… τας μαύρας της δουλείας ημέρας, και τέλος την ιδέαν της πατρίδος και της ελευθερίας…» (ίδε Κωστή Κοκκινόφτα, Κυκκώτικα Μελετήματα, τόμος Α’, Λευκωσία 1997). Το κείμενο αυτό μας λέγει δυο σημαντικές αλήθειες!

Πρώτον ότι οι Έλληνες της Κύπρου έσπευσαν να ανοίξουν σχολεία όλων των βαθμίδων μόνο όταν άρχισε η αγγλική κατοχή (1878 κ.ε.), προφανός διότι εφοβούντο ή δεν εμπιστεύονταν τους Τούρκους. Οργανωμένη Ελληνική παιδεία δεν υπήρξε επί Τουρκοκρατίας στην Κύπρο, με εξαίρεση τη σχολή της Μονής Κύκκου, που και αυτή λειτούργησε στα μέσα του 18ου αιώνος. Τι υπήρξε; Μας το λέγει σαφώς ο Κύπριος Ιερωμένος και αυτή είναι η δεύτερη σπουδαία αλήθεια : Διδασκαλία στοιχειωδών γνώσεων μέσω του Ψαλτηρίου και της Οκτωήχου, άρα που αλλού; Στα Μοναστήρια και στους Ναούς. Όταν, λοιπόν, οι Έλληνες μιας περιοχής φοβούνταν ή παρεμποδίζονταν να ανοίξουν δημοσίως σχολείο κατά την διάρκεια των «μαύρων της δουλείας χρόνων», κατέφευγαν στα «κολλυβογράμματα» του ιερέως ή του μοναχού. Ε, λοιπόν, αυτό ακριβώς ήταν το Κρυφό Σχολειό!

Ορισμένοι αρνητές του Κρυφού Σχολειού ισχυρίζονται ότι πρόκειται για μύθο και ερωτούν, γιατί δεν υπάρχουν κείμενα της εποοχής της Τουρκοκρατίας, που να μαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιων μυστικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων στους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το ερώτημα είναι αφελές. Αφού επρόκειτο για κρυφή δραστηριότητα, η οποία εγκυμονούσε πολλούς κινδύνους και επέσυρε δυσάρεστες συνέπειες, εάν ανεκαλύπτετο από τους Τούρκους, θα ήταν εγκληματική ανοησία για οποιονδήποτε κληρικό να εκδώσει γραπτή (!) απόφαση περί Κρυφού Σχολειού, ή για οποιονδήποτε λόγιο να καταγράψει δημοσίως υπό τα όμματα των κατακτητών μια τέτοια δραστηριότητα.

Όμως αμέσως μετά την απελευθέρωση και την ίδρυση του πρώτου Ελλαδικού κρατιδίου (1830 και εξής) πολλοί λόγιοι και ιστορικοί καταγράφουν την προφορική παράδοση που οι ίδιοι είχαν βιώσει ή τους είχε μεταδοθεί από γενεάς σε γενεά περί του Κρυφού Σχολειού. Το 1842 ο πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων στον επιμνημόσυνο λόγο, που εκφωνεί στην Αθήνα για τους ευεργέτες Ζωσιμάδες τονίζει : «… Άλλ’ η Πανάγαθος Πρόνοια, καθώς εφώτιζε τας μαίας και εζωογόνει κρυφίως τα άρρενα των Εβραίων, ωσαύτως διέταξε και ψυχάς ευσεβείς και φιλοθέους και ταύτας ούτε Αιγυπτίας, αλλ’ ομογενείς και ομόφρονας, αίτινες εν ταπειναίς εκκλησίαις και απωκισμένοις μοναστηρίοις, και εν σχολαίς μικραίς και πενιχραίς, δια της Ιεράς διδασκαλίας, εμαίευον εις ζωήν τα πάτρια των αιχμαλώτων Ελλήνων φρονήματα».

Και αν ακόμη θεωρήσει κάποιος ότι ο κληρικός Οικονόμος υπερβάλλει, υπάρχει για τους πλέον δύσπιστους η καταγραφή των ιστορικών γεγονότων από τον Charles Tuckermann, τον πρώτο Αμερικανό Πρόξενο στην Αθήνα (1867-1874). Στο έργο του «Οι Έλληνες της σήμερον» (Ελληνική μετάφραση Αντωνίου Ζυγομαλά. Αθήνα 1877) ο Αμερικανός διπλωμάτης γράφει μεταξύ άλλων :

«Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ,
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα
του Θεού τα πράγματα»

Τοιούτον περίπου ήτο το άσμα, όπερ ετραγώδουν οι Ελληνόπαιδες, πορευόμενοι εν καιρώ νυκτός εις το σχολείον επί τουρκοκρατίας. Το άσμα τούτο είναι γνωστόν εις πάντα Έλληνα νυν ως και πρότερον, και οι πατέρες δεικνύοντες εις τα τέκνα των την σελήνην, επαναλαμβάνουσι τους στίχους τούτους, αφηγούμενοι αυτοίς πόσον τοις εχρησίμευσεν αύτη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας. Μη επιθυμούντες, έστω και κατ’ ελάχιστον, να ερεθίσωσι τους δεσπότας αυτών δυναμένους να παρακωλύσωσιν τας προς ιδίαν παίδευσιν προσπαθείας των, οι παίδες ουχί δε σπανίως και αυτοί οι πατέρες, εφοίτων δια νυκτός και κρύφα εις την οικίαν του διδασκάλου, όπως εξακολουθήσωσι τας σπουδάς των».

Προφανώς, ο Αμερικανός Πρόξενος καταγράφει την προφορική παράδοση, που είχε ακούσει από πολλούς συνομιλητές του στην ελεύθερη πλέον Ελλάδα, πολλοί εκ των οποίων είχαν πατέρα ή παππού, που εμαθήτευσε σε Κρυφό Σχολειό. Κι όμως τις μαρτυρίες του Tuckermann (Τάκερμαν), του Κωνσταντίνου Οικονόμου, του Νικολάου Δραγούμη και άλλων λογίων του 19ου αιώνος τις απορρίπτει σε πρόσφατο μελέτημά του ο κ. Άλκης Αγγέλου (Το κρυφό Σχολειό, χρονικό ενός μύθου, Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1997), δογματίζοντας ότι όλοι αυτοί είναι επηρεασμένοι από έναν μύθο που καλλιεργούσε η Εκκλησία και η συντηρητική ιδεολογία!

Αλλά η γνώμη των ανθρώπων που έγραψαν τον 19ο αιώνα νε πρόσφταες και ζωντανές μαρτυρίες των γεγονότων της τουρκοκρατίας βαρύνει πολύ περισσότερο από έναν ιδεολογικά και αντιεκκλησιαστικά προκατειλημμένο συγγραφέα της εποχής μας, δηλαδή του τέλους του 20ου αιώνος. Το ενδιαφέρον μάλιστα είναι ότι ο κ. Αγγέλου επικαλείται ως κύριο αμφισβητία του Κρυφού Σχολειού τον γνωστό ιστοριοδίφη του 20ου αιώνος Γιάννη Βλαχογιάννη. Ο Βλαχογιάννης, όμως, είναι αντιφατική πηγή. Διότι σε κείμενό του, που δημοσιεύθηκε στη «Νέα Εστία», τεύχος ΛΔ’, 1948, σ. 1110 με τίτλο «Καραϊσκάκης», αναφέρεται στο ποιήμα «Φεγγαράκι μου λαμπρό…» και δέχεται ότι «σ’ όσα χωριά το μοναστήρι ήταν πολύ μακριά, έπρεπε το παιδί να κινήσει με άλλα, και να τραβάει αξημέρωτα ανάμεσα σε άγριο λόγγο».

Δηλαδή ακόμη και ο Βλαχογιάννης δέχεται την σύνδεση του άσματος με την εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων στα μοναστήρια. Ο κ. Αγγέλου και άλλοι αμφισβητίες του «Κρυφού Σχολειού» κάνουν επιλεκτική και κατά βούληση χρήση των κειμένων. Εκεί που τους ταιριάζει ο τάδε συγγραφεύς τον αναφέρουν, εκεί που δεν τους συμφέρει τον αποσιωπούν!

Μια αδιάψευστη μαρτυρία για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού αποτελούν τα τοπωνύμια. Σε διάφορες γωνιές του Ελληνισμού διατηρείτε άσβεστη η παράδοση και ζωντανή η μνήμη ότι «κάποτε εδώ λειτουργούσε το Κρυφό Σχολειό». Ο ακούραστος ερευνητής Τάσος Γριτσόπουλος στο βιβλίο του «Σχολή Δημητσάνης» (Αθήναι 1962) αναφέρει ότι η λαϊκή παράδοση συνδέει το Κρυφό Σχολειό με την Ι. Μονή Φιλοσόφου της Δημητσάνης, με τη Μονή Στρατηγοπούλου ή Μονή Ντίλιου στο νησί των Ιωαννίνων, ενώ τοπωνύμιο Κρυφό Σχολειό υπάρχει και στην Ίο των Κυκλάδων στην παραλία του λιμένος, και μάλιστα κοντά σε σπήλαιο.

Και επισημαίνει ο Γριτσόπουλος : «Ακριβώς τα λανθάνοντα, αλλά πάντοτε παρόντα στοιχεία ταύτα ανεύρεν εις την συνείδησιν του Έθνους ο Γύζης και εδημιούργησε τον περίφημο πίνακά του, το «Κρυφό Σχολειό» (σελ.26). Ο δε φιλόλογος και ιστορικός Σαράντος Καργάκος δηλώνει σχετικά στην εφημερίδα «Εξουσία» της 24/3/1998 : «Ότι είναι θρύλος δεν είναι ψέμα». Υποστηρίζει μάλιστα ότι στο χωριό Βέργοια Λακωνίας υπάρχουν δύο σημεία, που ο λαός ονομάζει «Κρυφά Σχολειά». Και συμπληρώνει : «Δεν είναι δυνατόν ένας ολόκληρος λαός να ψεύδεται». Στην Κρήτη επίσης υπάρχει ζωντανή ανάμνηση του Κρυφού Σχολειού στις Μονές Φανερωμένης, Τοπλού, Κρεμαστών, Καρδαμίτζας, Μεραμπέλλου κ.α.

Ορισμένοι αρνητές του «Κρυφού Σχολειού» προσπαθούν να αρνηθούν γενικότερα τη συμβολή της Ορθοδόξου Εκκλησίας στη διατήρηση του εθνικού αισθήματος των υποδούλων. Τους διαψεύδουν όμως τα γεγονότα και οι πηγές. Ο Γάλλος περιηγητής και πολιτικός Victor Berard στο βιβλίο του «Τουρκία και Ελληνισμός – Οδοιπορικό στη Μακεδονία» (ελλην. Έκδοση Τροχαλία, Αθήναι 1987) γράφει ότι στην Αττάλεια της Μικράς Ασίας είδε το εξής φαινόμενο περί τα τέλη του 19ου αιώνος : «Μέσα στο Κάστρο οι χριστιανοί μιλούν μόνο τούρκικα και δηλώνουν Έλληνες. Απέξω οι μωαμεθανοί, απόγονοι των Τουρκομοραϊτών που στην διάρκεια της επανάστασης του 1821 έφυγαν από τη Μεθώνη και Κορώνη μιλούν μόνο ελληνικά». Οι χριστιανοί, λοιπόν, οι Ορθόδοξοι δήλωναν Έλληνες αν και είχαν χάσει την μητρική τους γλώσσα. Ακόμη και στη δύσκολη αυτή κατάσταση η Πίστη και η Εκκλησία διατηρούσαν την εθνική συνείδηση.

Ματαίως εξ άλλου προσπαθούν ορισμένοι να αρνηθούν την προσφορά της Εκκλησίας στην προετοιμασία και στην υλοποίηση των εθνικών οραματισμών και του Αγώνος. Τους διαψεύδουν οι πρωταγωνιστές των γεγονότων. Ο αγωνιστής Ιωάννης Μακρυγιάννης γράφει στα «Οράματα και Θάματα» (Αθήναι 1983, εκδ. Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, σελ. 163-4) : «Τ’ άγια τα μοναστήρια, οπού έτρωγαν οι δυστυχισμένοι… από τους κόπους των Πατέρων, των Καλογήρων.

Δεν ήταν Καπιτσίνοι Δυτικοί, ήταν υπηρέτες των Μοναστηριών της Ορθοδοξίας. Δεν ήταν τεμπέληδες, δούλευαν και προσκυνούσαν (=λάτρευαν). Και εις τον αγώνα της πατρίδος σ’ αυτά τα μοναστήρια γινόταν τα μυστικοσυμβούλια, συναζόταν τα ολίγα αναγκαία του πολέμου και εις τον πόλεμον θυσίαζαν και σκοτωνόταν αυτείνοι, οι ‘περέτες των μοναστηριών και των εκκλησιών. Τριάντα είναι μόνο με μένα οι σκοτωμένοι έξω εις τους πολέμους και εις το Κάστρο, το Νιόκαστρο και εις την Αθήναν».

Ένας άλλος δε σπουδαίος πολεμικός ηγέτης και αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων της Παλιγγενεσίας, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, βεβαιώνει με το δικό του τρόπο την συμπαράταξη του Κλήρου και του Λαού στις κρίσιμες για την Ανάσταση του Γένους στιγμές : «Πλησίον εις τον Ιερέα ήτον ο λαϊκός, καθήμενοι εις ένα σκαμνί, Πατριάρχης και τζομπάνης, ναύτης και γραμματισμένος, ιατροί, κλεφτοκαπεταναίοι, προεστοί και έμποροι» (Διήγησις συμβάντων ελληνικής φυλής, εκδ. Πάπυρος, Αθήναι, σελ. 29).

Τέλος αξίζει να τονισθεί ότι η Εκκλησία ήσκησε τα εκπαιδευτικά της καθήκοντα όχι μόνον υπό τον Οθωμανικό ζυγό, αλλά και κάτω από άλλους κατακτητές ελληνικών τόπων. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στα Επτάνησα επί ενετοκρατίας Ορθόδοξοι κληρικοί και «νοδάροι» (συμβολαιογράφοι) δίδασκαν γράμματα και έπλαθαν τους ελάχιστους γραμματιζούμενους της εποχής.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας φρόντιζε επί τουρκοκρατίας να τονώνει το εθνικό συναίσθημα των ελληνοπαίδων ακόμη και με την προβολή ορισμένων αρχαίων προγόνων μέσω της αγιογραφίας. Ο τεκμηριωμένος και έγκυρος ιστορικός του Νέου Ελληνισμού Απόστολος Βακαλόπουλος γράφει σχετικά : «Οι νάρθηκες – σχολεία, λοιπόν, των εκκλησιών ήταν οι πιο κατάλληλοι τόποι, όπου θα ταίριαζε να ζωγραφηθούν ανάμεσα στους χριστιανούς αγίους οι μορφές των μεγάλων ειδωλολατρικών σοφών, προδρόμων του χριστιανισμού, συνήθεια παλιά βυζαντινή… Άραγε η τόνωση της παλιάς αυτής συνήθειας κατά τους αιώνες της τουρκοκρατίας οφείλεται σε μια λατρεία των ένδοξων προγόνων από τους ξεπεσμένους επιγόνους, σ’ ένα ρευστό και αδιαμόρφωτο ακόμη εθνικό κίνητρο;» (Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, έκδοση Β’, τόμος Β’, Θεσσαλονίκη 1976).

Μόνον όσοι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν σκοπίμως τις ιστορικές πηγές και τα γεγονότα του νεοελληνικού βίου αμφισβητούν τον εθνικό, κοινωνικό και εκπαιδευτικό ρόλο της Εκκλησίας μας. Και μέσα σ’ αυτήν την γενικότερη αμφισβήτηση εντάσσεται και η άρνηση του Κρυφού Σχολειού. Η Εκκλησία μας, η Ορθόδοξη Εκκλησία, δεν χρειάζεται το ψέμα, διότι έχει δώσει αίμα. Ούτε της χρειάζεται ο ΜΥΘΟΣ, διότι μπορεί και προβάλλει ΗΘΟΣ: Το ελληνορθόδοξο ΗΘΟΣ, το οποίο αποτελεί πνευματικό εξοπλισμό απαραίτητο και για την πορεία του Γένους προς τον 21ο αιώνα.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΕΙΜΕΝΩΝ

Α. ΗΣΑΝ ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΟΙ ΤΟΣΟ ΑΝΕΚΤΙΚΟΙ;

Επειδή αυτοί που ισχυρίζονται ότι το Κρυφό Σχολειό ήταν μύθος παρουσιάζουν συνήθως ρόδινη την εικόνα της Παιδείας και της ζωής γενικότερα κατά την τουρκοκρατία, παραθέτουμε ενδεικτικά αδιάψευτες ιστορικές πηγές που μιλούν για το εντελώς αντίθετο :

«Ορώ δε νυν μετοικήσαντα πάντα τα αγαθά από των ελληνικών τόπων και οικήσαντα εν υμίν, ή τε σοφία και αι των μαθημάτων επιστήμαι, αι τέχναι αι άριστοι, η ευγένεια, ο πλούτος, η παίδευσις και ο λοιπός των χαρίτων χορός. Ελληνικών δε χαρίτων το κλέος βαρύς ώλεσεν αιών» (γράφει ο Θεόδωρος Ζυγομαλάς τον 16ο αιώνα προς τον Γερμανό ελληνιστή Μαρτίνο Κρούσιο. Ίδε το βιβλίο του Κρουσίου Turkograecia, σελ. 94).

«Κάθε μέρα βλέπει κανείς εξισλαμισμούς στην Κόρινθο και οι κάτοικοι της πόλεως ή αν θέλετε του χωριού είναι σήμερα οι μισοί οθωμανοί. Μας διηγήθηκαν ακόμη, ανάμεσα στ’ άλλα, πως τρεις παπάδες τον περασμένο χρόνο τούρκεψαν» (J. Spon, Voyage d’ Italie et du Levant, Lyon 1688, τομ. Β’, σελ. 303).

Οι νάρθηκες των Εκκλησιών εχρησίμευον εις τα σχολεία των παίδων διδασκομένων βαναύσως πως τα κοινά λεγόμενα γράμματα υπό των ιερέων αυτών. Κατά δε τα τέλη του παρελθόντος αιώνος συνεστήθησαν μεν ελληνικά σχολεία εν Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνη, Κυδωνίαις, Ιωαννίνοις, Χίω, αλλά ταύτα δεν διήρκεσαν επί πολύ, διότι η τουρκική εξουσία, ραδιουργούμενη υπό των Ιησουιτών, κατάστρεψαν αυτά…» (Χρήστου Βυζαντίου, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατειών και μαχών ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833. Απομνημονεύματα Αγωνιστών του 1821, εκδ. Τσουκαλά, σελ. 14).

«Εκ των πολλών της Ανατολής χωρών, αίτινες επέπρωτο να καταπλακώθωσιν υπό την βαρείαν πλάκα της βαρβαρότητος και της αποξενώσεως παντός εθνικού χρήματος, πρωτίστως έλαβε δυστυχίαν να είναι η Μικρά Ασία ως πρωιμότερον απολέσασα την προγονικήν γλώσσαν και τα παρεπόμενα αυτή εθνικά αγαθά. Ακόμη και περί τα μέσα του ΙΗ’ αιώνος (1750) ουδαμού της Μικράς Ασίας υπήρχον σχολεία εκτός της Σμύρνης και της Καισαρείας. Πανταχού της Μικράς Ασίας γενική υπήρχεν αμάθεια και άγνοια των εν τοις ναοίς αναγιγνωσκομένων, άπερ κατά πατροπαράδοτον μόνον συνήθεια ήσαν εν χρήσει» (Δανιήλογλου, Πρόδρομοι της Αναγεννήσεως, Κωνσταντινούπολις 1865, σελ. 2-3).

«Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το παλαί ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος όπου να’ ναι ικανός να διδάσκη τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην (Νικόλαος Σοφιανός στον επίλογο της Γραμματικής του – 1544).

«Δεν βλέπετε οπού αγρίεψε το γένος μας από την αμάθειαν και εγίναμε ως Θηρία;».
(Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχές).




Β. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚ. ΔΡΑΓΟΥΜΗ

Και σαν αυθεντική μαρτυρία της ιστορικότητος του κρυφού σχολειού φυλάω την μαρτυρία του Νικολάου Δραγούμη, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πανδώρα» του μηνός Ιανουαρίου 1855 (τόμος Ε’, σελ. 450 κ.ε.), όπου γράφει για τον πατέρα Μάρκο (1770-1854) ότι: «ως εάν έφερε μεγαλόσταυρον εις τον λαιμόν και ταινίαν εγκάρσιον εις το στήθος, εκαυχάτο πάντοτε ο πατήρ μου ότι εδάρη υπό του οθωμανού χάριν των ελληνικών γραμμάτων».

Και προσθέτει ο Νικόλαος Δραγούμης : «Ουχί μόνον κοπιώντες, αλλά και κινδυνεύοντες εσπούδαζον οι πατέρες ημών γράμματα. Έκαστος των Τούρκων και ο έσχατος, ως γνωστόν, είχε το δικαίωμα να τυραννεί, να φορολογεί και να φονεύει τους οπαδούς του Χριστού. Επειδή δε τα σχολεία διήγειραν τας υποψίας αυτών και κατέστρεφον παντοιοτρόπως, και διδάσκαλοι και μαθηταί εσοφίζοντο παντοίους επίσης τρόπους δια να αποφεύγωσιν την οργήν των. Και οσάκις συνήρχοντο εις το σχολείον, εις εξ αυτών ιστάμενος πλησίον του παραθύρου ως κατάσκοπος έστρεφεν ανήσυχος πανταχού το βλέμμα και έδιδεν προς τους άλλους την είδησιν ότι έβλεπεν οθωμανόν ερχόμενον μακρόθεν…»
(Κωνσταντίνου Γανωτή, φιλολόγου : «Το Κρυφό Σχολειό και ποιους ενοχλεί», περιοδικό ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ, Αγ. Νικόλαος Κρήτης, σελ. 1224).


Γ. ΜΑΡΤΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

«Στον Άγιο Ιωάννη Μυλοποτάμου έζησε κι έδρασε κατά την πρώτη 50ετία της τουρκικής κατάκτησης του νησιού (17ος αιών) ένας ανώτερος αξιωματικός των γενιτσάρων ο Χουσεΐν Μπέης, που ήλθε κι εγκαταστάθηκε εδώ από την Κωνσταντινούπολη. Ο Τούρκος αυτός άρχοντας ήταν ελληνικής καταγωγής και κρυπτοχριστιανός. Παντρεύτηκε μια ελληνίδα σκλάβα του, την οποία εξαγόρασε αντί 100 παράδων. Ο γιος του Μουσταφά Χατζη-Χασάν Ογλού διδάχθηκε τα ελληνικά γράμματα από τους μοναχούς της Μονής Δισκουρίου Μυλοποτάμου. Δεν μπορεί, φαντάζομαι, να ισχυρισθεί κανείς ότι ένα τουρκόπουλο θα πήγαινε φανερά σ’ ένα ελεύθερο και δημόσιο ελληνικό σχολείο, για να μάθει ελληνικά γράμματα! Πώς θα το ανέχονταν οι Τούρκοι κάτι τέτοιο;»
(Γιάννη Χριστάκη: Το Κρυφό Σχολειό δε θάβεται, περιοδ. Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί, Φθινόπωρο 1995).

«Αρκούμεθα λοιπόν στην εμπειρία, η οποία αφορά τον παππού μου. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό απομονωμένο αιώνες από τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν παπάς και πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία (νομίζω περνούσε τα ενενήντα) το 1952. Θα πρέπει δηλαδή να είχε γεννηθεί γύρω στο 1860. Ήξερε να γράφει και να διαβάζει άνετα. Φυσικά δεν είχε φοιτήσει σε κανονικό σχολείο γιατί οι Τούρκοι επέτρεψαν την μεν ίδρυσή τους μόλις το 1858, αλλά η οργάνωση, ευρύτερη διάδοση και λειτουργία των βράδυνε αισθητά, πραγματοποιηθείσα σταδιακά μετά το 1874. Στο δε χωριό του παππού ιδρύθηκε σχολείο το 1903.

Όταν δε (τελειόφοιτος Γυμνασίου εγώ), τον ρώτησα που έμαθε να γράφει και να διαβάζει και σε ποιο σχολείο εφοίτησε, μου απάντησε ότι πήγαινε στο «Κρυφό Σχολειό» της Καρδαμούτσας. Καρδαμούτσα για τους μη γνωρίζοντες είναι ένα μοναστήρι στο Βόρειο Μεραμπέλο, το οποίο ιδρύθηκε κατά την ενετοκρατία και πριν το 1617 κοντά στην Μονή Αρετίου. Και ενώ το Αρέτι ήταν ο οικονομικοδιοικητικός παράγοντας της περιοχής, έχοντας ενσωματώσει (δορυφοροποιήσει) όλα τα γύρω μοναστήρια, η Καρδαμούτσα (οι μοναχοί της ήσαν οι πιο μορφωμένοι) που δεν απορροφήθηκε ποτέ από το Αρέτι, αποτελούσε την «πνευματική εστία» όπου μάθαιναν γράμματα…»
(Επιστολή του συγγραφέως Γιώργου Πρατσίνη στο περιοδικό «Εκπαιδευτικοί Προσανατολισμοί», Φθινόπωρο 1995).


Δ. Η ΖΩΝΤΑΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ

«Μετά την κατάκτηση του τόπου μας από τους Τούρκους και μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα, βαθύ πνευματικό σκοτάδι σκέπαζε όλες τις τουρκοκρατούμενες χώρες, φυσιολογικά και τον χώρο μας.
Την εποχή αυτή η παιδεία κατατρεγμένη από τον άγριο και βάρβαρο κατακτητή βρήκε άσυλο στα μοναστήρια και στους νάρθηκες των εκκλησιών. Ταπεινοί μοναχοί δίδασκαν τα ελληνόπουλα τα λίγα, αλλά τόσο απαραίτητα γράμματα, που περιορίζονταν στην ξερή ανάγνωση περικοπών από θρησκευτικά βιβλία, σε λίγη γραφή και αποστήθιση διαφόρων προσευχών».
(Μονή Αρνάκου, Πολύτσανης) (Ομιλία του Βορειοηπειρώτη ελληνοδιδασκάλου Βασίλη Κουτσού, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «2000», Αργυρόκαστρο, Ιούνιος 1998).


Ε’ ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΣΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΕΠΙ ΙΤΑΛΟΚΡΑΤΙΑΣ

Στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» της 16.6.1998 δημοσιεύθηκε η ακόλουθη επιστολή, η οποία αναφέρεται στην λειτουργία «Κρυφών Σχολειών» στα Δωδεκάνησα και μετά την τουρκοκρατία, δηλαδή επί ιταλοκρατίας. Αξίζει να διαβασθεί, διότι καταδεικνύει ότι ο εθνικός ρόλος της Εκκλησίας μας δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο :


ΤΑ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΑ ΣΤΗΝ ΡΟΔΟ

«Με αφορμή τα όσα γράφονται στην στήλη της εφημερίδας σας για το «Κρυφό Σχολειό» της τουρκοκρατίας, θα μου επιτρέψετε συμπληρωματικά να αναφερθώ με συντομία, στο πότε και κατά ποιον τρόπο λειτούργησε κατά την φασιστική κατοχή η μορφή αυτή του σχολείου, στην επαρχία της Ρόδου. Το 1937, ο πολύς Ντε Βέκκι, τετράρχης του φασισμού και Γενικός Διοικητής Δωδεκανήσου, 1936-1940, έχοντας ελεύθερο το πεδίο και εκμεταλλευόμενος την ισχυροποίηση της Ιταλίας σε διεθνές επίπεδο, στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιδίδεται συστηματικότερα στον εξιταλισμό των πάντων στη Δωδεκάνησο, αρχίζοντας από τον ευαίσθητο τομέα της Παιδείας. Και κατά τρόπον απροσχημάτιστο, τον Ιούλιο του έτους εκείνου, καταργεί με κυβερνητικό Διάταγμα το από αιώνων κρατούν εκπαιδευτικό καθεστώς. Όλα ανεξαιρέτως τα ελληνικά σχολεία της Δωδεκανήσου μετατράπηκαν σε ιταλικά και αντί των Δωδεκανησίων που παύθηκαν, ήρθαν φανατικοί Ιταλοί εκπαιδευτικοί, επιλεγμένοι από το φασιστικό καθεστώς.

»Μπροστά σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα έλαμψε η ελληνική επινοητικότητα, σε όλο της το μεγαλείο. Ο Μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος Τρύφωνος δραστηριοποιείται ενεργότερα και εκμεταλλεύεται ορισμένες συγκυρίες. Επιδέξια και αθόρυβα αποσπά, το 1938, με νωπή ακόμη τη μελάνη της υπογραφής του Διατάγματος, που καθιέρωνε τη σκληρή φασιστική εκπαιδευτική πολιτική, τη συγκατάθεση του Τοποτηρητή του φασιστικού καθεστώτος στη Δωδεκάνησο, να διδάσκεται και στα παιδιά των χωριών το Θρησκευτικό μάθημα στις εκκλησίες κάθε Κυριακή, με τη διευρυμένη μορφή του Κατηχητικού. Ας σημειωθεί ότι τα Κατηχητικά, μέσα στις εκκλησίες, στην πόλη της Ρόδου, λειτουργούσαν από το 1934, κατά τρόπον όμως υποτυπώδη. Το 1938 επεκτάθηκαν σε όλο το γεωγραφικό χώρο της επαρχίας Ρόδου.

»Η παραπάνω άδεια του Ντε Βέκκι για τα Κατηχητικά, δόθηκε με τον όρο, ότι το μάθημα θα γινόταν μέσα στην εκκλησία και θα χρησιμοποιούνταν ως δάσκαλοι, κληρικοί. Είναι η εποχή, που ο κάθε ιερωμένος στην ύπαιθρο, ή την πρωτεύουσα της Ρόδου, ανεξάρτητα από το βαθμό μόρφωσής του, πρόσφερε στους συγχωριανούς του, αλλά και στη διατήρηση των ιερών και οσίων υπηρεσίες ισάξιες των ιερωμένων του Γένους.

»Στα σκοτεινά εκείνα χρόνια διδάσκονταν τα Ροδιτόπουλα κάθε Κυριακή, μέσα στην εκκλησία, τα ελληνικά γράμματα, κάτω από το πρόσχημα των Θρησκευτικών. Παράλληλα με το Κατηχητικό, ιδρύθηκαν και Χορωδίες Βυζαντινής Μουσικής, που αποτέλεσαν κίνητρο, όχι μόνο για την προσέλκυση μεγάλου αριθμού παιδιών στο Κατηχητικό, αλλά και άλλων ενηλίκων κατοίκων στην εκκλησία. Το Κατηχητικό λειτουργούσε κανονικά κάθε γιορτή και Κυριακή. Μια δυο φορές το χρόνο γινόταν επιθεώρηση από τη Μητρόπολη. Τηρούνταν φύλλα προόδου και μοιράζονταν Συνόψεις, Συνέκδημοι και άλλα θρησκευτικά βιβλία που χρησιμοποιούνταν σαν Αναγνωστικά. Συνοπτικά, μπορούμε να πούμε, ότι τα Κατηχητικά μεταβλήθηκαν πράγματι σε «Κρυφό Σχολειό». Έτσι με τα δεδομένα αυτά, γίνεται φανερό ότι η Εκκλησία στην επαρχία Ρόδου, υπό το πρόσχημα των Κατηχητικών Σχολείων, βρήκε τρόπον εύσχημο, ένα «μονοπάτι», ώστε να επαναρχίσει, έστω και περιορισμένα, η λειτουργία των ελληνικών σχολείων στη Ρόδο, καθώς και σε άλλα νησιά της Δωδεκανήσου.

»Το Πατριαρχείο επιδοκίμασε τη λειτουργία των Κατηχητικών και με απόφαση της Ιεράς Συνόδου, εξέφρασε την ευαρέσκειά του προς τον Μητροπολίτη Τρύφωνος. Και η Πολιτεία μεταπελευθερωτικά αναγνώρισε τους τίτλους σπουδών».

ΚΥΡΙΑΚΟΣ Ι. ΦΙΝΑΣ
Πρόεδρος Κοινότητος Λίνδου-Ρόδου






(Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος)


Το άρθρο αυτό πρωτοδημοσιεύθηκε από την Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος

''Όσοι να ζούνε θέλουν Λεύτεροι, πρέπει οι ίδιοι να ματώσουν...''

''Όσοι να ζούνε θέλουν Λεύτεροι, πρέπει οι ίδιοι να ματώσουν...''


lord_byron_01.

Ήλιε των ακοίμητων! Μελαγχολίας αστέρι!
Που η δακρυσμένη δέσμη σου τρεμοφεγγάει μακριά
Που δείχνει την σκοτεινιά αυτή που δεν θα διασκορπίσεις,
Πόσο όμοιος είσαι με καλά ενθυμούμενη χαρά!
Έτσι φωτάει το παρελθόν, λάμψη άλλων ημερών,
Που λάμπουν μα δεν θάλπουνε, οι ισχνές του οι αχτίδες
Μια Θλίψη φεγγαρόνυχτη σκιρτάει για να φανεί
Καθάρια μα κι απόμακρη, ψυχρή - τόσο ψυχρή!
(«Ήλιε των Ακοίμητων!» από τις «Εβραϊκές Μελωδίες»)

Τον περασμένο Σεπτέμβριο, συμπληρώθηκαν 200 χρόνια από την πρώτη επίσκεψη του Λόρδου Μπάιρον στην Ελλάδα κι ένας μικρός όμιλος διανοουμένων, ο «Σύνδεσμος Μπάιρον για τον Φιλελληνισμό και τον Πολιτισμό», έχει ήδη καταθέσει στη Βουλή των Ελλήνων, την πρόταση να ανακηρυχθεί επισήμως η χρονιά που διανύουμε, «έτος Μπάιρον».

Στη μέση μιας οξύτατης οικονομικής κρίσης, το λιγότερο που θα μπορούσε να απασχολεί το Κοινοβούλιο και την ελληνική κοινωνία, είναι η απόδοση τιμής σε ένα πρόσωπο που αγάπησε την Ελλάδα περισσότερο κι από τους Έλληνες της εποχής του, μα που η ποίησή του μοιάζει παρωχημένη, ο ρομαντισμός του ξεπερασμένος, το αγκομαχητό του σύμπτωμα άξιο θεραπείας κι ο ξοδεμένος βίος του παράδειγμα προς αποφυγή.

Πολύ δε περισσότερο που το πρώτο ταξίδι του 21χρονου βαρόνου στην Ελλάδα, δεν είχε τίποτε το ηρωικό: Οι μετακινήσεις του ήσαν ασφαλείς και στις περισσότερες των περιπτώσεων, η υποδοχή που του επεφύλασσαν οι οθωμανικές αρχές, υποδειγματική. Κι όταν στην Κόρινθο του την αρνήθηκαν επανειλημμένα, ο νεαρός ευγενής, δεν παρέλειψε να τιμωρήσει τον τοπικό μπέη, διαμαρτυρόμενος στην πρεσβεία της χώρας του για την έλλειψη φιλοξενίας. Και, όμως, όπως γράφει ο ίδιος στην μητέρα του σε μιαν άλλη περίσταση, «δεν απογοητεύτηκα, ούτε ένοιωσα αποστροφή, έζησα με τους τρανότερους και τους ταπεινότερους, έμεινα μέρες στο παλάτι ενός πασά και πέρασα πολλές νύχτες σε στάβλο…» (Κωνσταντινούπολη 28/6/1810).

Να ένα στέναγμα γι' αυτούς που μ' αγαπάνε
Κι ένα χαμόγελο γι' αυτούς που με μισούν
Κι όποιος κι αν είναι ο ουρανός, ετοιμασμένη
Για κάθε μοίρα την καρδιά μου θε να βρουν.
(«Στον Τόμας Μουρ»)

Ο Μπάιρον πατάει το πόδι του στην Πρέβεζα στις 29 Σεπτεμβρίου του 1809. Θα ανεβεί στα Γιάννενα κι από κει στο Τεπελένι για να συναντήσει τον Αλί Πασά, του οποίου ο θρύλος είχε ήδη περάσει τα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κάπου κοντά, θα έρθει σε επαφή με τον νεοελληνικό μας Διαφωτισμό στο πρόσωπο του Δασκάλου του Γένους, Αθανάσιου Ψαλίδα, αλλά θα βιώσει και την υποδούλωση των Ελλήνων, αντικρίζοντας το πτώμα του τιμωρημένου απ' τον Αλί, Θύμιου Βλαχάβα, να κρέμεται από ένα δένδρο.

Με αλβανική συνοδεία θα κατηφορίσει για την Πρέβεζα κι από κει θα βρεθεί για λίγο στο Μεσολόγγι, στην Πάτρα και στο Αίγιο, όπου θα φιλοξενηθεί στην οικία του Ανδρέα Λόντου, ενός απ' τους κατοπινούς πρωτεπαναστάτες προύχοντες του Μωρηά.

Στο σπίτι του Λόντου, ο Μπάιρον θα ακούσει το νεαρό οικοδεσπότη του να τραγουδά το επαναστατικό παιάνα «Δεύτε παίδες των Ελλήνων», αποδιδόμενο τότε στο Ρήγα Φεραίο - και θα το μεταφράσει αργότερα, o ίδιος στα αγγλικά : "Sons of the Greeks arise!".

Από το Αίγιο θα πάει την Άμφισσα και στους Δελφούς, στη Θήβα, για να καταλήξει στην Αθήνα, όπου θα φιλοξενηθεί για δέκα εβδομάδες στην οικία της Ταρσής Μακρή, χήρας του υποπρόξενου της Βρετανίας, Προκόπη Μακρή. Γράφει σχετικά σε μια επιστολή του ο ποιητής, για τις μικρές της κόρες:

«Πεθαίνω από έρωτα για τρεις Ελληνοπούλες στην Αθήνα, αδελφές, δύο από τις οποίες υποσχέθηκαν να με συνοδέψουν στην Αγγλία. Έμεινα στο ίδιο σπίτι. Τερέζα, Μαριάννα και Κατίνκα είναι τα ονόματα αυτών των θεαινών που είναι όλες τους κάτω από τα δεκαπέντε». (Προς τον Henry Drury - Δαρδανέλια 3/5/1810). Ο έρωτας του Μπάιρον για τη μικρή Τερέζα, θα απαθανατιστεί στο ποίημά του «Κόρη των Αθηνών», ένα από τα διασημότερα της λυρικής του δημιουργίας.

Μα εκείνα τα ασυμμάζευτα κρεμάμενα πλεξούδια
Που στα κλωθοσγουραίνουνε του Αιγαίου όλ' οι ανέμοι,
Το μαύρο σου ματόκλαδο, κρόσο χυτό που τρέμει,
Και του απαλού σου μάγουλου φιλάει τ' ανθολουλούδια,
Και μα το αλαφροκοίταγμα στο μάτι σου το αγριωπό
Ζωή μου σ' αγαπώ…
(«Κόρη των Αθηνών» - Μετ. Στέλιος Σεφεριάδης)

Το ειδύλλιο θα λήξει μάλλον άδοξα, μέσα στη χυδαιότητα αγοραπωλησίας, συνηθισμένης στο πλαίσιο της εποχής, που ο ποιητής όμως αρνήθηκε: Ο Μπάιρον σεβάστηκε την παρθενιά της κόρης κι ας είχε αυτή επιστρατευτεί για το αντίθετο. Γλιτώνοντας και 30.000 ιταλικές πιάστρες - όσα ανέμενε η μάνα για το χέρι της Τερέζας.

Ός αγαπά παραμιλά - είναι της νιότης η φρενίτις, μα η γιατρειά
πικρότερη ακόμα, μάγια τα μάγια μας τα λέει
τα είδωλα μας τα στερεί, για να 'ρθει η ώρα
να δούμε βέβαιοι, πώς μήτε αξία μηδέ ομορφιά
έξω απ' του νου, το σχήμα το ιδεώδες κατοικούνε.
Μοιραίο το ξόρκι ακόμα μας κρατά και ξεκινούμε
θύελλες να θερίσουμε απ' άνεμων σπορά.
Ώ πεισματάρικη καρδιά, η αλχημεία του άπαξ ξεκινήσει
θαρρείς στο στόχο πάντα είσαι κοντά και πλουσιότερη αν το βέλος ξεστρατίσει.
(«Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Τέταρτο, CXXIII)

Μέσα στους πέντε πρώτους μήνες της παραμονής του στην Ελλάδα, ο Μπάιρον θα συγγράψει τα δύο πρώτα άσματα του αριστουργηματικού του έργου «Τσάιλντ Χάρολντ». Είναι το πόνημα, πού θεμελιώνει το πρότυπο του «βυρωνικού ήρωα», σκοτεινού, απόμακρου μα ευαίσθητου, με μια κρυφή εσωτερική αντάρα που τον οδηγεί σε ένα μεγάλο, ατέλειωτο ταξίδι - πρότυπο που θα απορροφήσει ως και την ίδια την εικόνα του ποιητή μέχρι τις μέρες μας.

Το βλέμμα του Χάρολντ αφυπνίζεται στην ελληνική φύση. Οι πρώτες λέξεις του ποιητή απευθύνονται στην ελληνίδα Μούσα του Παρνασσού. Το έργο όμως, δεν αναμασά τα κλασσικιστικά πρότυπα της εποχής και τις στείρες αναφορές στην αρχαιότητα. Η γραφή του αγκαλιάζει την «Κυρά της Σαραγόσας», την ισπανίδα γυναίκα στις επάλξεις κατά της τυραννίας του Ναπολέοντα - μα και σπαράζει για τη σιωπή των Ελλήνων.

Αρχαία συ των ημερών! Θεά σεβάσμια! Πού ναι
Οι τρανοί σου άντρες; Πού οι μεγαλόψυχοί σου;
Πάνε - Σε παρελθόντος όνειρα μισοσβησμένοι ζούνε
Πρώτοι στο δρόμο με σκοπό τη Δόξα τη δική σου,
Νικήσανε και πέθαναν - μόνον αυτό; Λογίσου!
(Άσμα Δεύτερο, ΙΙ - Μετ. Μ. Β. Ραΐζης)

Στον «Τσάιλντ Χάρολντ», ο ποιητής θα στιγματίσει με δριμύτητα την κακοποίηση του Παρθενώνα από τον Έλγιν - κάτι που θα επαναλάβει και στην περίφημη «Κατάρα της Αθηνάς». Το σχετικό του σημείωμα, μοιάζει να απαντά, δύο αιώνες πίσω, στα επιχειρήματα που επιστρατεύουν, όσοι ακόμα προσπαθούν να δικαιολογήσουν τον αδίσταχτο Βρετανό, που βεβήλωσε το ελληνικό ιερό για να κερδοσκοπήσει:

«Όταν φορτώνουν και παίρνουν τρεις και τέσσερις καραβιές από τα πολυτιμότερα και ακεραιότερα λείψανα που άφησαν ο χρόνος και η βαρβαρότητα στην πιο κακόπαθη και την πιο ονομαστή πόλη, όταν ρημάζουν στην προσπάθεια να τα ξηλώσουν, αυτά τα έργα που στάθηκαν ο θαυμασμός των αιώνων, δεν γνωρίζω κίνητρο που μπορεί να δικαιολογήσει, ούτε όνομα που μπορεί να χαρακτηρίσει όσους διαπράττουν αυτή την ποταπή δήωση», γράφει σε σημείωση που συνοδεύει το δεύτερο άσμα του Τσάιλντ Χάρολντ.

Ακόμα πιο συνταρακτικοί ωστόσο, είν' οι στίχοι του:
Κρύα είν' η καρδιά, ωραία Ελλάδα! Αυτή που σ' αντικρίζει
και δεν ριγά σαν εραστής στου σύντροφου τη σκόνη.
Αργό είναι το μάτι αυτό, που δάκρυ δεν βουρκώνει
μπροστά στους ρημαγμένους σου ναούς, που διαγουμίζει
χέρι ανόσιο Βρετανών, που πιότερο οφείλουν
φύλακες να 'ν των ιερών, που δεν θα επανορθωθούν
καταραμένη ειν' η ώρα αυτή, που απ' το νησί τους φεύγουν
και πάλινε το δύσμοιρο τον κόρφο σου κουρσεύουν
και τους πεσμένους σου θεούς, στα άθλια βόρεια σκότη τους τραβούν!»
( Άσμα Πρώτο, XV)

Ο ποιητής θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, περνώντας πρώτα απ' τη Σμύρνη και μετά απ' την Έφεσο. Στα Δαρδανέλια, θα μιμηθεί με επιτυχία τον Λέανδρο, που κάθε βράδυ διέσχιζε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο για να επισκεφθεί την αγαπημένη του την Ηρώ, στην άλλη άκρη των στενών. Θα επισκεφτεί την Πόλη, θα γνωρίσει τον Σουλτάνο, θα περιηγηθεί την πεδιάδα της Τροίας.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, θα εγκατασταθεί στο Μοναστήρι των Καπουτσίνων, πλάι στο Μνημείο του Λυσικράτους. Είναι η ώρα των «άνανδρων παθών», όπως θα τα χαρακτηρίσει αργότερα - σχέσεων εξορισμένων εκ των πραγμάτων, ακόμα και από την αλληλογραφία του: Ακόμα οι βιογράφοι αναρωτιούνται για τη φύση των επαφών του με τον Νικολό Ζιρό, ένα νεαρό καλόγερο που ακολούθησε τον Μπάιρον ως τη Μάλτα, ή με μία Τουρκάλα, που καταδίκασαν οι αρχές σε θάνατο επί μοιχεία και που ο ποιητής προσπάθησε με κάθε τρόπο να γλυτώσει.

Στο Μοναστήρι, θα συνεχίσει ωστόσο και την ποιητική δημιουργία. Είναι η σειρά των «Υπαινιγμών απ' τον Οράτιο», ηλιόλουστων και εύθυμων σαν τη ζωή του στην Αθήνα, των λυρικών ποιημάτων σαν εκείνο «Για τον χωρισμό» που μελοποίησε ο Μπετόβεν, μα και της προφητικής «Κατάρας της Αθηνάς» - όπου η Αγγλία απειλείται για την αποικιοκρατία της, με το ανάθεμα της Θεάς:

Κοίταξε στην Ανατολή, όπου του Γάγγη η γέννα
Θε να τραντάξει τα σκληρά αυτοκρατορικά θεμέλια
Εκεί η εξέγερση δεινή την κεφαλή σηκώνει
Και των νεκρών ιθαγενών τη Νέμεση αξιώνει
Ώσπου ο Ινδός, πορφύρινη πλημμύρα να κυλήσει
Και σ' αίμα βόρειο τα παλιά τα χρέη να ξοφλήσει.
Γιατί η Παλλάδα, σ' όποιονε λεύτερη γέννα δώσει
Με το χαμό τον απειλεί, τους άλλους αν σκλαβώσει
Τέλος για δες το σπίτι σου - δεν θέλεις να κοιτάς;
Στο αγέλαστο χαμόγελο στενής απελπισιάς
Η πόλη σας πώς θλίβεται: Το Γλέντι κι αν οργιάζει,
Εδώ ο Λιμός λιποθυμά κι εκεί η Αρπάγη αρπάζει.

Είναι ίσως το πρώτο πολιτικό έργο του ποιητή, με αναφορές για την κοινωνική κατάσταση στην πατρίδα του - μια κατάσταση που θα αντιμετωπίσει και ο ίδιος αργότερα στη Βουλή των Λόρδων, ταγμένος στο πλευρό των κατατρεγμένων - των άγγλων εργατών, των ιρλανδών ρωμαιοκαθολικών, του δημοκράτη αγωνιστή ταγματάρχη Τζων Κάρτράιτ, ταλαιπωρούμενου απ' την αστυνομία για την διεκδίκηση της καθολικής ψήφου και της μυστικής ψηφοφορίας. Και δεν είναι διόλου τυχαίο, πως ο παλαίμαχος στρατιωτικός που υπερασπίστηκε ο Μπάιρον, θα εκδώσει το 1821, τις «Νύξεις προς τους Έλληνες», με το ψευδώνυμο «Νέστωρ Λογχοφόρος», προτείνοντας συγκεκριμένες πρακτικές και ελιγμούς απέναντι σε οργανωμένο τακτικό στρατό - ενώ και λίγο πριν πεθάνει, θα εγχειρήσει στους έλληνες διαπραγματευτές του ελληνικού δανείου, μία σειρά προτάσεων για την εφαρμογή ενός γνήσια δημοκρατικού πολιτεύματος.

Πίσω στα 1810, οι ανέμοι δεν παιάνιζαν Θούριους. Οι Κλέφτες είχαν εγκαταλείψει το Μωρηά, διωγμένοι απ' τα δικά τους λάθη και τα Ορλωφικά στοιχειώνανε ακόμα τις ψυχές. Το Φανάρι, τηρούσε στάση κατευνασμού κι όσοι είχανε πιστέψει τις υποσχέσεις του Καποδίστρια στη Λευκάδα, είδανε τη Ρωσία να υπογράφει συνθήκη με τους Τούρκους στο Τιλσίτ. Το πτώμα του Βλαχάβα, οι παιάνες του Λόντου, δεν ήσανε παρά υπαινιγμοί - γραφικότητες άνευ σημασίας, για αφ' υψηλού συζητήσεις των ξένων περιηγητών που συμφωνούσαν πως στους Έλληνες δεν πρέπει καλύτερη μοίρα. Ο Μπάιρον θα διαφοροποιηθεί.

Πνεύμα εσύ της Λευτεριάς! Σαν στης Φυλής το φρύδι
στοίχειωσες τον Θρασύβουλο κι αυτή τη συντροφιά του,
μπορούσες άραγε να ιδείς, την ώρα τη στεναχτική
που σκιάζει σου την καλλονή της αττικής πεδιάς σου;
Δεν είναι τριάντα οι τύραννοι που μ' άλυσσες σε δένουν
μα ο κάθε βάρβαρος μπορεί τη γη σου ν' αφεντεύει
ούτε οι γιοί σου εγείρονται, βογγάνε ματαιωμένοι
τρέμουν το κνούτο της Τουρκιάς, έχοντας σκλάβοι γεννηθεί
κι ως τη στερνή τους την πνοή, σε λόγο και σε έργα απανδρειωμένοι.
Στα πάντα εκτός απ' την μορφή, πόσο αλλαγμένη! Κι όμως
ποιός θα προσέξει τη φωτιά που σιγοκαίει ακόμα
στους οφθαλμούς, τα μάγουλα ποιος θα τα δει ν' ανάβουν
στην άσβεστη τη φλόγα σου, Ελευθερία χαμένη!
Κι όμως πολλοί ονειρεύονται μια ώρα που κοντεύει
να φέρει αυτή προγονική τη δόξα, κληρονομική
γιατί τα όπλα που ζητούν, του ξένου η άφαντη αρωγή
μπροστά στην όργητα του εχθρού, μόνα δεν θα τολμήσουν
Ούτε απ' τη βίβλο της Σκλαβιάς, το λερωμένο σου το όνομα θα σκίσουν.
Δεσμώτες κληρονομικοί! Δεν ξέρετε πως όσοι
Να ζούνε θέλουν λεύτεροι, πρέπει οι ίδιοι να ματώσουν;
Πως με το χέρι το δεξί η κατάκτηση κερδιέται
κι ο Γάλλος ή Μόσχοβος δεν θα σας απολυτρώσουν;
Κι αν ίσως τους περήφανους δεσπότες ταπεινώσουν,
για σας δεν θε να ανάψουν οι βωμοί της Λευτεριάς.
Σκιές Ειλώτων! Τα σπαθιά σας οι εχθροί σας ας τα νοιώσουν!
Άλλαξε αφέντη Ελλάδα! Ίδια μοίρα σε προσμένει
Φεύγει η ώρα σου της δόξας, μα η ντροπή σου παραμένει.
(«Τσάιλντ Χάρολντ» - Άσμα Δεύτερο, LXXIV-LXXVI)

Ο Τσάιλντ Χάρολντ θα τυπωθεί λίγους μήνες μετά απ' την επιστροφή του Μπάιρον στην Αγγλία, για να εξαντληθεί μέσα σε τρεις μέρες. «Ξύπνησα ένα πρωί και βρήκα τον εαυτό μου διάσημο», θα αναφέρει αυτοσαρκαζόμενος. Ο σπόρος θα πέσει στο εύφορο το χώμα, του στίχου η φλόγα θα κορώσει στα στήθη των φιλελεύθερων και των ριζοσπαστών όλου του κόσμου. Με την ποίηση του Μπάιρον στην τσέπη, θα ανέβει στο ικρίωμα ο επικεφαλής των ρώσων συντρόφων του Αλέξανδρου Υψηλάντη, Κοντράτ Ριλέγιεφ. Και με το θάνατο του ποιητή στο Μεσολόγγι, καταμεσής του Αγώνα, μία κατακραυγή σε όλη την Ευρώπη, θα γίνει χείμαρρος που θα σαρώσει την ανόσια «Ιερά Συμμαχία», βουλιάζοντάς την πλάι στο στόλο των Αιγυπτίων, στο Ναβαρίνο.

Αυτόν τον ποιητικό λόγο που έγινε σάρκα, καλείται φέτος να τιμήσει, αν το θελήσει, η Βουλή των Ελλήνων.

(Σημ.: Όπου δεν αναγράφεται, η μετάφραση των ποιημάτων έχει γίνει απ' τον συντάκτη του άρθρου).

Κείμενο: Ανδρέας Μακρίδης

APE MPE

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Από το 1821 στο 2010

Οι επαναστάτες πρόγονοί μας είχαν υποθηκεύσει το υπό σχηματισμό νεοελληνικό κράτος πριν από την αναγνώρισή του με την προσφυγή σε εξωτερικό δανεισμό!

Στις 12 Απριλίου 1823 η έκθεση της επιτροπής, που είχε ορίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση για να συντάξει έναν πρόχειρο προϋπολογισμό του επαναστατημένου έθνους, δεν άφηνε κανένα περιθώριο για την κρισιμότητα της κατάστασης: Τα έξοδα του πρώτου εξαμήνου του 1823 θα ανέρχονταν σε 38 εκατομμύρια γρόσια και τα έσοδα σε μόλις 12 εκατομμύρια γρόσια.

Η έκθεση της επιτροπής κατέληγε με την προτροπή να γίνεται καλύτερη διαχείριση του δημόσιου χρήματος από τους τοπικούς άρχοντες και την ανάγκη να αναζητηθούν νέοι πόροι. Στην εξουσία επικεφαλής ήταν ο Λάζαρος Κουντουριώτης και ισχυροί άνδρες οι Κωλέτης (γαλλόφιλος), Μαυροκορδάτος (αγγλόφιλος) και Μεταξάς (ρωσόφιλος). Τό πόσο είχαν συνειδητοποιήσει οι αξιωματούχοι των επαναστατών, πολιτικοί και στρατιωτικοί, την κρισιμότητα των περιστάσεων μας παρουσιάζει κατά τρόπο ξεκάθαρο ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του.

Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος είχε αναλάβει (άνοιξη του 1822) την οργάνωση της άμυνας των επαναστατών στην Ανατολική Στερεά προς παρεμπόδιση της καθόδου των τουρκικών στρατευμάτων νοτιότερα. Είχε ζητήσει από την κυβέρνηση, η οποία διέκειτο εχθρικά απέναντί του, τον εφοδιασμό του στρατού του με τροφές και πολεμοφόδια. Αλλά, κατά τον Μακρυγιάννη αυτείνοι οι αφεντάδες κάθονταν εις τα καράβια κ’ έτρωγαν κ’ έπιναν, κ’ εκείνους οπού κιντύνευαν δια την πατρίδα τους προμήθευαν διχόνοιαν και διαίρεσιν αναμεταξύ τους”.

Και όταν λίγο αργότερα απελευθερώθηκε η Ακρόπολη της Αθήνας έδειξαν και οι καπετάνιοι ότι δεν υστερούσαν σε απληστία ως προς τους πολιτικούς. Πάλι ο Μακρυγιάννης γράφει ότι αφού άρπαξαν την περιουσία πολλών Αθηναίων άρχισαν να εξαπατούν και την κυβέρνηση (αντεκδίκηση): Κι’ όποιος είχε δέκα (σ.σ. άνδρες), τους έκανε εκατό ΄σ τον λογαριασμόν, και πάλε εκείνοι οι δέκα απλέρωτοι. Κι’ αν θα τους πλήρωναν, κάλπικα εικοσάρια. Ηύραν μαστόρους καλπουζάνους και τους βάλαν εις το κάστρο και κόβαν μοννέδα κάλπικη”.


Στις 2 Ιουνίου 1823 το εκτελεστικό (κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο, Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει λόγω έλλειψης χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος Βύρων.

Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις συνομολόγησαν ένα δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα.

Όμως το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Μεγάλη ευθύνη για τους δυσμενείς όρους σύναψης του δανείου είχαν και οι δύο διαπραγματευτές, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε αντίθεση με τους αγωνιστές, που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις. Παρότι “ληστρικό”, το δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της Επανάστασης και ως έμμεση αναγνώριση του ελληνικού κράτους.

Πάντως, οι ελπίδες που στηρίχτηκαν πάνω του διαψεύστηκαν οικτρά, καθώς κατασπαταλήθηκε για να κερδίσει η κυβέρνηση (Κουντουριώτης και λοιποί) την εμφύλια διαμάχη που είχε φουντώσει στην Πελοπόννησο. Την κατάσταση διεκτραγωγεί ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του, από τα οποία παραθέτουμε τα ακόλουθα αποσπάσματα: “Ο στραβοραγιάς ας δουλεύη δια ΄μας. Εκείνος τρώγει λάχανα ανάλατα, εμείς τηγανίτες κι’ αρνάκια”(από συζήτηση με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη).

Στις 31 Ιουλίου 1824, το βουλευτικό αποφάσισε τη σύναψη και νέου δανείου, λίγες εβδομάδες μετά την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών. Η κυβέρνηση είχε ανάγκη να προσελκύσει με το μέρος της επαναστάτες. Αν και κυβερνητικός, ως ευπειθής στην εξουσία ο Μακρυγιάννης, απέφευγε την εμπλοκή σε εμφύλιες συρράξεις στην Πελοπόννησο.

Και τότε συνέβη το ακόλουθο (Νοέμβριος 1824): “Με περικάλεσε πολύ η Κυβέρνηση-ήξερε ότι είμαι φιλιωμένος με τους Καρατασσαίους- (σ.σ. το σώμα των Μακεδόνων) και μόδωσε χρήματα να μ’ ελκύση. Τους είπα. «Θα πάγω, αλλά θέλω να σας αποδείξω ότι εγώ δεν είμαι πραματευτής να κάνω πραμάτεια την πατρίδα μου δια χρήματα. Δεν έχω κρέας για μακελλειόν. Δια την στερέωση της πατρίδος μου και νόμους, δια ΄κείνο πεθαίνω, όχι διά άλλο. Και οι Γύφτοι νάχουν την Κυβέρνησιν, εγώ υποτάζομαι. Χρήματα μάτα μου στείλατε κι’ όταν ήμουν με τον Κολοκοτρώνη, δεν τα δέχτηκα. Όμως παραπονιώμαι ότι εγώ δουλεύω ΄λικρινώς κι’ άλλοι μ’ επιβουλεύονται»”. Βεβαίως πολλοί άλλοι πήραν χρήματα για να παραμείνουν ή να μεταπηδήσουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.

Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος.

Όπως και στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια, προμήθεια και άλλες δαπάνες. Ενώ όμως το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση, έστω και με σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι Άγγλοι τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες εκπροσώπους.

Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία έξι ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα (“Καρτερία”, “Επιχείρηση”, “Ερμής”) και 155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία (“Ελλάς”) ήλθε στην Ελλάδα (και την έκαψε ο Μιαούλης, για να εκδικηθεί τον Καποδίστρια), ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη.

Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών, δηλαδή λιγότερο από εκείνο που είχε ληφθεί κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος. Και τα δύο δάνεια προβλεπόταν ότι θα ενίσχυαν τον Αγώνα, τον οποίον όχι μόνο δεν ωφέλησαν, αλλά υπήρξαν αφετηρία εξάρτησης της χώρας από την Αγγλία.

Οι κυβερνητικές δυνάμεις βγήκαν νικήτριες από τον εμφύλιο πόλεμο που ρήμαξε τον Πελοπόννησο. Ο Κολοκοτρώνης και άλλοι οπλαρχηγοί φυλακίστηκαν. Έμενε όμως ο ανυπότακτος Οδυσσέας Ανδρούτσος στη Στερεά Ελλάδα. Και τότε, κατά τον Μακρυγιάννη γιόμωσε τον Γκούρα ο Κωλέτης λίρες. Του γιόμωσε το δισάκι του από αυτές κι’ από τα λάφυρα του Νοταρά και Σισίνη κι’ αλλουνών. Το ίδιον και τον Κατζικοστάθη. Αφού τους έκανε αυτείνη την καλωσύνη ο Κωλέτης, τον πουλημένον άνθρωπον κι’ άρπαγον τον έκαμε αρχηγόν να πάγη αναντίον του Δυσσέως..”. Πήγε ο Γκούρας, ο έμπιστος του προγραμμένου καπετάνιου τον συνέλαβε και τον εκτέλεσε στην Ακρόπολη. Τότε όμως φάνηκε η σοβαρή απειλή των Κιουταχή και Ιμπραήμ.

Μόλις το 1825 η κυβέρνηση κήρυξε την πρώτη πτώχευση. Πώς να φροντίσει για τους “ελεύθερους πολιορκημένους” του Μεσολογγίου που έτρωγαν αρμυρόχορτα; Τον Απρίλιο του 1826, αναλαμβάνοντας η κυβέρνηση Α. Ζαΐμη, στο ταμείο υπήρχαν μόνο 16 γρόσια, ούτε μία λίρα!

Έτσι, η πρώτη πτώχευση ήλθε ενωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, το οποίο είχε πλέον πολλούς λόγους η Αγγλία να αναγνωρίσει. Και καθώς ο πρώτος κυβερνήτης, ο λαμπρός Ιωάννης Καποδίστριας, ο οποίος αποποιήθηκε τον μισθό του χάρη της πατρίδας, δεν ήταν αρεστός στους “προστάτες” μας, αυτοί εφήρμοσαν τη δοκιμασμένη μέθοδο της διχόνοιας και επέτυχαν τη δολοφονία του. Και γράφει ο Μακρυγιάννης: “Και οι προκομμένες οι Βουλές και άλλοι τοιούτοι, οπού δεν άφησαν λεπτόν εις το ταμείο και όλο το κράτος τόφεραν σε μίαν μεγάλη δυστυχία και ανωμαλία. Και ένας μεγάλος στόλος των σκύλων μας έχουν μπλόκον (σ.σ. αποκλεισμός από αγγλικές δυνάμεις υπό τον Πάρκερ 1850), οπούναι περίτου (=πάνω από) τρεις μήνες και μας πήραν όλα τα καράβια και μας κατακερμάτισαν όλο το εμπόριον και τζαλαπάτησαν την σημαίαν μας και πεθαίνουν της πείνας οι ανθιρώποι των νησιών και εκείνοι οπούχουν τα καράβια τους γκιζερούν εις τους δρόμους και κλαίνε με μαύρα δάκρυα”. (Καθεστώς από τότε “Αγγλικού νομισματικού ταμείου”. Σήμερα έχουμε το ΔΝΤ).

Αργότερα οι Άγγλοι επέτυχαν και την ανατροπή του Όθωνα, ώστε υπό την δυναστεία των Γλύξμπουργκ να μετατρέψουν την Ελλάδα σε προτεκτοράτο.

Ο ελληνικός λαός, τον οποίο εκθειάζει σε πλείστα όσα σημεία του έργου του ο Μακρυγιάννης (δεν είναι του παρόντος να αναφερθούμε σ’ αυτό το θέμα), δεν χάρηκε την ελευθερία του! Η ξενοκρατεία τον οδηγεί σήμερα για μία ακόμη φορά στα χέρια των απλήστων του μεγάλου κεφαλαίου.
Αυτά του είχαν τάξει οι ταγοί του, όταν με καμάρι προέβαλλαν ως επιτυχία της χώρας μας την ένταξη της στην χορεία των ισχυρών της γης;

Η μάχη στο Μανιάκι - Μάιος 1825




Ο Ιμπραήμ


Γύρισαν στα ταμπούρια τους και σε λίγο εξαπολύθηκε το γενικό γιουρούσι του εχθρού. Δυο φορές έφτασαν ίσαμε τις θέσεις που κράταγαν οι Έλληνες, μ' αναγκάστηκαν να πισωδρομήσουν. Κι ενώ ετοιμάζονταν να ξεχυθούν σε τρίτο γιουρούσι, ακούστηκε βορινά μια μπαταρία. Ήταν ο Πλαπούτας που έφτανε με χίλια πεντακόσια παλικάρια. Ό Ιμπραήμ τότε, γυρεύοντας να προλάβει τη βοήθεια που ερχόταν, ρίχνει όλες του τις δυνάμεις πάνω στους δικούς μας. Οι εχθροί πάτησαν πρώτο το ταμπούρι του Παπαφλέσσα. Ό ανεψιός του Δημήτρης παρατάει το πόστο του και τρέχει να βοηθήσει το θείο του. τον βλέπει ο Παπαφλέσσας και τον προστάζει να γυρίσει πίσω και να υπερασπιστεί τη δική του θέση. Μα όταν έφτασε σ' αυτή βρήκε να την έχουν πατήσει οι εχθροί. «Εκεί κτυπών και κτυπούμενος υπό πολλών Τούρκων εχάθη και αυτός και οι στρατιώται του».




Στο ταμπούρι του Παπαφλέσσα ανακατώθηκαν Τούρκοι κι Έλληνες και γίνηκαν όλοι ένα. Όπως οι εχθροί φόραγαν κόκκινες στολές, «ο τόπος όλος έκοκκίνισεν από αυτές κι από τα αίματα». Ό σημαιοφόρος του Παπαφλέσσα, ο Δημήτρης από τη Χίο, για να μην πέσει ή σημαία στα χέρια του εχθρού την σκίζει, τη χώνει στο στήθος του, σπάζει και το σταυρό του κονταριού και τον βάζει στο σελάχι του, και με το σπαθί στο χέρι σαν αστραπή χιμά πάνω στο τούρκικο ασκέρι και φεύγει. «Ή παλικαριά του είναι αμίμητος», γράφει ο Φωτάκος.
Τελευταίο έπεσε το ταμπούρι του Πιέρου Βοϊδη, που κράταγαν οι Μανιάτες, καθώς ήταν το πιο δυνατό απ' όλα. Όσoι από τους δικούς μας απόμεναν ακόμα ζωντανοί ρίχνονται μέσα στο ρέμα και κάνουνε να φύγουν κατά την Ανδρούσα. Τίποτ' άλλο δεν ακουγόταν πια «από τα λιανίσματα των σπαθιών και των γιαταγανιών».

Ταμπούρια Παπαφλέσσα. Τόπος ιερός, τόπος θυσίας ηρώων. Σ΄ αυτό το δέντρο ο Ιμπραήμ πασάς «έστησε» νεκρό τον Παπαφλέσσα και εξέφρασε το θαυμασμό του. Το σκίτσο είναι του Σταύρου Καλυβιώτη και έγινε για τις ανάγκες του βιβλίου «Βουφράδα» του Τάσου Αποστολόπουλου.


Στην έξοδο της ρεματιάς ένα τάγμα του εχθρού καρτέραγε τους εκατόν πενήντα δικούς μας που ήταν ακόμα ζωντανοί. Δεν τους απόμενε παρά ν' ανοίξουν δρόμο με το σπαθί στο χέρι. το κατόρθωσαν μα οι πιότεροι απόμειναν για πάντα εκεί.
Σιγά σιγά σκόρπαγε ο καπνός της μάχης. Οι νικητές τότε βάλθηκαν να σκυλεύουν τους σκοτωμένους. Ύστερα άρχισαν να κόβουν τ' αυτιά τους, να τα πάνε στον Ιμπραήμ να πάρουνε μπαξίσι. Τότε τσακώθηκαν «μεταξύ των ποίος από αυτούς να έχει περισσότερα».
Κατέβηκε τέλος κι ο Ιμπραήμ στο ταμπούρι τούτον Παπαφλέσσα. Αφού έκανε ντουάδες στον Αλλάχ για τη νίκη, πρόσταξε το στρατό του να ρίξει τρεις νικητήριες μπαταριές. Μετά παράγγειλε να τούτον φέρουν το κουφάρι τούτον Παπαφλέσσα. Βρήκαν το ακέφαλο κορμί του. Δίπλα του κείτονταν νεκρός ο νεαρός Γάλλος κι ολόγυρα πλήθος τα κουφάρια των εχθρών. Λίγο πιο πέρα πέτυχαν και το κεφάλι τούτον ήρωα. Το έφεραν στον Ιμπραήμ τους είπε να χώσουν στη γη ένα ψηλό παλούκι και να στήσουν όρθιο τον σκοτωμένο δένοντάς τον πάνω σ' αυτό. Ύστερα στερέωσαν στο κορμί και το κεφάλι, αφού πριν πλύνανε τα αίματα από τα γένια του. Τότε «ο νεκρός εφαίνετο ως να ήτο ζωντανός»


Ο Ιμπραήμ, αφού «ακίνητος κι άφωνος τον παρετήρησεν ολίγον», γυρνά και λέει στους αξιωματικούς του:
- Πραγματικά, στάθηκε ένας Ικανός και γενναίος άνθρωπος. Και καλύτερο θα ήταν, κι ας παθαίναμε άλλη τόση ζημιά, να τον πιάναμε ζωντανό, γιατί πολύ θα μας χρησίμευε.
«Ή Λεωνίδειος μάχη» είχε τελειώσει. Το Μανιάκι πήρε τη θέση του, στις σελίδες της Ιστορίας μας, δίπλα στις Θερμοπύλες και στην Αλαμάνα.
Τώρα, ανατολικά από το χωριό Μανιάκι, στο ξωκλήσι «Αγία Ανάσταση», βρίσκονται τα κόκαλα εκείνων που πέσανε σε τούτη τη μάχη, θυμίζοντας, σ' εμάς τους μεταγενέστερους, πως ή λευτεριά μας, καθώς λέει στον εθνικό μας ύμνο ο Σολωμός, είναι απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα Ιερά.

Μοιρολόι για το Μανιάκι


Κεί στο Μανιάκι κείτονται όλοι οι Καπεταναίοι,

Ο Παπαφλέσσας, ο Κορμάς και ο Μαυρομιχάλης,

Μπιτσάνης από την Πολιανή,μαζί με τον Κεφάλα.

Στρώμα έχουνε την μαύρη γή,προσκέφαλο μια πέτρα.

Και από πάνω σκέπασμα, του φεγγαριού την λάμψη.

Η ομιλία του Κολοκοτρώνη στην Πνύκα το 1838

Παιδιά μου!

Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ [αντιβασιλέα], έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες [προεστοί] εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα" διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.

Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα ...;

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε" και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.

Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!