Δευτέρα, 29 Μαρτίου 2010

Λαθρεμπόριο με τη «σφραγίδα» τελωνειακών


Με τη «συγκατάθεση» των υπαλλήλων και από τις δύο πλευρές των συνόρων μπαινόβγαιναν τα βυτιοφόρα του κυκλώματος

Του Τασου Tελλογλου

Πλαστές ήταν οι σφραγίδες «εξόδου» των καυσίμων που μεταφέρονταν με βυτιοφόρα από την Ελλάδα με κατεύθυνση συγκεκριμένους, υποτίθεται, προορισμούς προς γειτονικές βαλκανικές χώρες. Αυτό, τουλάχιστον, ισχύει για την συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων εικονικών εξαγωγών που έγιναν από δύο εγκαταστάσεις της Θεσσαλονίκης και μία της Καβάλας, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία που προέκυψαν από τους ελέγχους που πραγματοποίησαν οι αρμόδιες υπηρεσίες του υπουργείου Οικονομικών.

Το «κύκλωμα» που είχε στηθεί –κατά τα πρότυπα της δεκαετίας του ’90 όταν ανθούσε το λαθρεμπόριο υγρών καυσίμων προς τη Σερβία– στηριζόταν σε συμπαιγνία τελωνειακών υπαλλήλων, πιθανότατα και από τις δύο πλευρές των συνόρων. Το γεγονός τελεί υπό διερεύνηση.

Το «τριάρι»

Οπως προέκυψε από τις έρευνες που έλαβαν χώρα το τελευταίο διάστημα, το έγγραφο που συνόδευε τα φορτία της εξαγωγής και συγκεκριμένα το τρίτο αντίτυπό του, το λεγόμενο «τριάρι», έπρεπε να επιστρέφει στο τελωνείο φόρτωσης της εγκατάστασης, όπου έγινε η πώληση του καύσιμου. Οι υπεύθυνοι της εγκατάστασης έχουν πάντα και την τελική ευθύνη για το αν η εξαγωγή φθάνει στον προορισμό της. Το «τριάρι» επέστρεφε, λοιπόν, στις δύο εγκαταστάσεις της Θεσσαλονίκης και τη μία εγκατάσταση της Καβάλας, αλλά οι σφραγίδες και οι υπογραφές των τελωνειακών και από τα δύο τελωνεία (ελληνικό και βουλγαρικό) ήταν πλαστογραφημένες. Οι αποκαλύψεις όμως δεν σταματούν εδώ.

Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Eλέγχων που μετέβησαν στη Βουλγαρία εξεπλάγησαν ακόμα περισσότερο όταν διαπίστωσαν ότι από τις 52 εταιρείες (και όχι 13 όπως είχε διαπιστώσει αρχικά η ειδική υπηρεσία ΕΛΙΤ της Θεσσαλονίκης) που εμφανίζονταν να κάνουν εισαγωγές καυσίμων στη Βουλγαρία από την Ελλάδα, οι 32 είχαν παύσει να δραστηριοποιούνται και οι 20... δεν υπήρχαν καν.

Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο ο συνολικός αριθμός των φορτίων που διακινήθηκαν να ξεπερνάει τα 7.000 (!) και ο αριθμός των διακινηθέντων λίτρων να προσεγγίζει τα 35 εκατομμύρια. Επειδή διακίνηση έχει γίνει και με βαγόνια τρένων που, ωστόσο, ξεφόρτωναν όντως στη Βουλγαρία αλλά δεν κατέβαλαν εκεί τους φόρους, οι βουλγαρικές αρχές υπολογίζουν ότι η ζημιά και για τις δύο χώρες ξεπερνάει κατά πολύ τα 100 εκατομμύρια ευρώ αν και οι ελληνικές διωκτικές υπηρεσίες εκτιμούν ότι το ποσό που «χάθηκε» από την κλοπή του φόρου κατανάλωσης για τη χώρα μας δεν θα ξεπεράσει τελικά –για τα φορτία που κινήθηκαν οδικώς– τα 25 - 35 εκατομμύρια εφ’ όσον στην πορεία των ερευνών δεν «ανακαλυφθούν» και άλλα φορτία. Ως γνωστόν, η έρευνα συνεχίζεται και βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οπότε τα τελικά αποτελέσματα ακόμα βρίσκονται υπό διαμόρφωση.

Αυτό που έρχεται τώρα στην επιφάνεια είναι ότι η «ανθρωπογεωγραφία» του κυκλώματος είναι ευρεία με ενδιάμεσους που δραστηριοποιούνται ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, αλλά και εγκαταστάσεις πέριξ της Θεσσαλονίκης (Θέρμη, Ευκαρπία, Κιλκίς, Καβάλα) που ήταν «γνωστές γι’ αυτή τη δραστηριότητα».

Σύμφωνα με απόλυτα ασφαλείς πληροφορίες της «Κ» στο κύκλωμα εμπλέκεται και επιχείρηση μετασκευής βυτίων ώστε να αποκτούν τα οχήματα «άδεια «και μυστικά» διαμερίσματα που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον για την διακίνηση καυσίμων στο εσωτερικό της χώρας, αφού δηλαδή το καύσιμο μεταγγιζόταν από τα βουλγαρικά στα ελληνικά αυτοκίνητα, σε χώρους πέριξ της Θεσσαλονίκης (πρατήρια, πάρκινγκ και υπόγειες αποθήκες).

Το «κόλπο»

Βεβαίως, η εφευρετικότητα όσων κατέφευγαν σε αυτές τις μεθόδους δεν σταματούσε σε αυτό το σημείο. Για παράδειγμα, σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν βυτία που ήδη είχαν κάνει δρομολόγια και χρησιμοποιήθηκαν για δεύτερη φορά τα ίδια έγγραφα φόρτωσης (σ.σ.: αυτή ήταν και η συνηθέστερη μέθοδος), ενώ σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκαν και τα οχήματα διανομής πετρελαίου θέρμανσης που είναι μεν πολύ πιο μικρά, έχουν ωστόσο το πλεονέκτημα ότι περνούν απαρατήρητα από τους –σπάνιους έως ανύπαρκτους...– ελέγχους στο οδικό δίκτυο της χώρας. Καθώς το περιθώριο κέρδους ανά βυτίο κυμαινόταν από 4.000 - 5.000 έως 35.000 ευρώ, οι οδηγοί, ενδιάμεσοι και αγοραστές, είχαν μεγάλα περιθώρια ελιγμών.

Ας σημειωθεί ότι η πληρωμή γινόταν πάντα σε ρευστό, καθώς το κύκλωμα δεν δεχόταν επιταγές! Οι έρευνες συνεχίζονται, προκειμένου να εντοπισθεί το σύνολο των ενεχομένων και των μεθόδων που μετέρχονταν για να φέρουν σε πέρας το «έργο» τους. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να αποκλείονται και νέες αποκαλύψεις στο αμέσως προσεχές διάστημα και από τις δύο πλευρές των συνόρων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: